ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Νίκος Ναγόπουλος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Με τις πρόσφατες γεωπολιτικές εξελίξεις και την απροκάλυπτη παρώθηση και καθοδήγηση από τη μεριά της Τουρκίας μεταναστευτικών και προσφυγικών πληθυσμών να μετακινηθούν προς τα ελληνικά σύνορα μετατοπίστηκε εκ των πραγμάτων και η ατζέντα της συζήτησης από την αποσυμφόρηση των κέντρων υποδοχής στα νησιά σε ένα νέο εθνικό δόγμα αποτροπής.

Επιπλέον, η έννοια της αλληλεγγύης και της διεθνούς προστασίας φαίνεται να λανθάνει στον δημόσιο λόγο, ενώ η θωράκιση των συνόρων απέναντι σε νέες αφίξεις αλλοδαπών και σε μαζικές «απόπειρες παράνομης εισόδου» επικρατούν ως «ενωτική εθνική γραμμή». Μια έκτακτη κατάσταση που θα πρέπει ωστόσο να συγκρατηθεί στην ψύχραιμη στάση και την αναγνώριση του δικαιώματος μιας χώρας να ελέγχει τα σύνορά της και να διαχειρίζεται τις παράτυπες μετακινήσεις (δικαίωμα που υπογραμμίζουν και διεθνείς οργανισμοί, Unhcr/3/2), αλλά ταυτόχρονα να διατηρεί τις δεσμεύσεις της ως προς τα διεθνή πρότυπα δικαίου για τη συνέχιση στη διεκπεραίωση των αιτημάτων για άσυλο και διεθνή προστασία.

Στο πλαίσιο αυτό, η ελληνική κυβέρνηση, που βρέθηκε σε μια εξαιρετικά δύσκολη θέση αναφορικά με το θέμα των κλειστών κέντρων υποδοχής στα νησιά, συνάντησε αμέσως μετά μια ευνοϊκή συγκυρία στο να υπερβεί ταχύτατα την αμηχανία και το αδιέξοδο και να προτάξει μια πολιτική που η ίδια είχε εξαγγείλει και δυσκολευόταν να εφαρμόσει. Ετσι, οι πολλαπλές διαστάσεις του προσφυγικού συγχωνεύονται πλέον στο γενικότερο πρόταγμα της εθνικής ασφάλειας. Εμφανής είναι και η ανακούφιση της Ευρώπης για τις προσπάθειες ενός κράτους-μέλους της να συγκρατήσει στα εξωτερικά του σύνορα, που είναι και δικά της σύνορα, υποκινούμενες μαζικές ροές μεταναστών και προσφύγων.

Ωστόσο, η αποτρεπτική πολιτική δεν είναι ξένη στα ευρωπαϊκά όργανα, καθώς τα μέτρα πολιτικής που είχαν εφαρμοστεί έως το 2015 από πολλά κράτη-μέλη σηματοδοτούσαν με νέους όρους τη στάση της Ευρώπης στο μεταναστευτικό ζήτημα, ιδιαίτερα ως προς την ικανότητα των εθνικών κρατών να ελέγχουν τα εξωτερικά τους σύνορα. Ενας από τους λόγους ήταν ότι οι συνοριακοί έλεγχοι σε προηγούμενη χρονική περίοδο είχαν υπονομευθεί βαθιά από την επέκταση του ελεύθερου εμπορίου, γεγονός που είχε ευνοήσει την αύξηση μη επιθυμητού αριθμού νεοαφιχθέντων σε κράτη-μέλη της Ε.Ε. Οι εξελίξεις αυτές συνδέθηκαν σε αρκετές περιπτώσεις με μια λανθάνουσα εθνική κρίση ταυτότητας, που κεφαλαιοποιήθηκε επαρκώς σε πολιτική βάση από την εφαρμογή συντηρητικών μέτρων.

Μπροστά σε αυτές τις εξελίξεις και περιορίζοντας προηγούμενες ανεκτικές πολιτικές που προέβλεπαν μακροχρόνιες άδειες παραμονής σε υπηκόους τρίτων χωρών, πολλά ευρωπαϊκά κράτη, κυρίως της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης, υιοθετούν την ίδια περίοδο μια κοινή πολιτική συμφωνία που αυστηροποιεί τις διαδικασίες εισροής στην ευρωπαϊκή επικράτεια. Το νέο στοιχείο που χαρακτηρίζει τις πολιτικές αυτές είναι η επιλεξιμότητα ως προς τους όρους αποδοχής μεταναστών και ουσιαστικά προέκρινε εκείνους τους αλλοδαπούς που θα ήταν εργασιακά και κοινωνικά εντάξιμοι στις χώρες της Ε.Ε.

Ωστόσο για μια ακόμη φορά η Γηραιά Ηπειρος υπερεκτιμά την ισχύ και την αποτρεπτική δυνατότητα ενός κανονιστικού ιδεώδους, ενός απόλυτου ρυθμιστικού σχεδίου, του οποίου η αποτελεσματική λειτουργία προϋποθέτει την… ακινητοποίηση όλων των υπόλοιπων συντελεστών και κυρίως αυτών της αιφνίδιας κοινωνικής κινητικότητας, όπως συνέβη το 2015, τη χρονιά των μαζικών αφίξεων προσφύγων και μεταναστών. Ωσάν η ίδια η πραγματικότητα και τα νέα ιστορικά γεγονότα να πρέπει να υπαχθούν στο ρυθμιστικό περιβάλλον ενός προδιαγεγραμμένου συστήματος λειτουργικής αποδοτικότητας.

Η παρατεταμένη αμηχανία στο εσωτερικό της Ευρώπης ως προς τη διατήρηση της πολιτικής ορθότητας δίνει εμφανώς σήμερα τη θέση της στην προτεραιότητα μιας στρατηγικής θωράκισης, καθώς η Ευρώπη αδυνατεί αφ’ ενός να παρέμβει διεθνοπολιτικά για τη διευθέτηση των κρίσεων και τον τερματισμό των πολέμων, αφ’ ετέρου να διαμορφώσει κοινή πολιτική που να υποστηρίζει με σαφήνεια τους κανόνες διεθνούς δικαίου.

Η αδυναμία αυτή συνιστά και μια από τις αιτίες της συντήρησης ενός ψευδούς διλήμματος στη λογική της υπερίσχυσης είτε της εσωτερικής ασφάλειας είτε της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ωσάν η υπεράσπιση των τελευταίων να απαξιώνει αυτόματα τα εσωτερικά κοινωνικά ζητήματα ασφάλειας. Αυτό αποτυπώνεται εμφατικά στην απροθυμία ευρωπαϊκών κρατών να αποδεχθούν την κοινή απόφαση για αναλογικό διαμοιρασμό προσφύγων αλλά και στην απουσία πολιτικής βούλησης για μετακίνηση αριθμού εγκλωβισμένων από τα νησιά στην ελληνική ενδοχώρα.

Ωστόσο η πίεση της διεθνούς κοινότητας προς τις εμπλεκόμενες στους πολέμους χώρες θα πρέπει να είναι ασφυκτική στο να τελειώσουν άμεσα οι εμπόλεμες συγκρούσεις, να ανασυγκροτηθούν οι χώρες αυτές, να αποκτήσουν εσωτερική δημοκρατία και να επιστρέψουν πολλοί από τους ανθρώπους αυτούς στις πατρίδες τους.

* καθηγητής Κοινωνιολογίας, κοσμήτορας Σχολής Κοινωνικών Επιστημών Πανεπιστημίου Αιγαίου