Πριν από δυο βδομάδες ο Ερντογάν προσπάθησε να πετύχει τη σύγκληση τετραμερούς Διάσκεψης Κορυφής για την Ιντλίμπ στην Κωνσταντινούπολη με τη συμμετοχή των Μέρκελ, Μακρόν και Πούτιν. Σήμερα μεταβαίνει μόνος του στη Μόσχα, επιβεβαιώνοντας το αξίωμα που θέλει τη διαπραγμάτευση για την επίλυση μιας σύγκρουσης να περιορίζεται μόνον στις πλευρές που είναι παρούσες στο πεδίο της μάχης.
Παρά το πυκνό επικοινωνιακό προπέτασμα καπνού και τη σκληρή απειλητική του ρητορική, ο Ερντογάν γνωρίζει πολύ καλά ότι η τουρκική παρουσία στη Βορειοδυτική Συρία ξεκίνησε στις αρχές του 2018, όταν η Μόσχα τού επέτρεψε να καταλάβει την επαρχία του Αφρίν, ενώ τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς η συμφωνία του Σότσι έδωσε στην Αγκυρα τη δυνατότητα να δημιουργήσει στρατιωτικά παρατηρητήρια γύρω από τον θύλακα της Ιντλίμπ υπό τον όρο να αναλάβει τον αφοπλισμό των ακραίων φονταμενταλιστικών ένοπλων αντικαθεστωτικών οργανώσεων.
Τους τελευταίους μήνες ο Ερντογάν δοκίμασε τα όρια της ανοχής του Πούτιν σε μια ολομέτωπη πίεση τόσο στο πεδίο της μάχης, όσο και στο διπλωματικό πεδίο με στόχο τη μέγιστη δυνατή χειραφέτηση της τουρκικής παρουσίας στη Βορειοδυτική Συρία από το πλαίσιο και τους όρους που έχει θέσει το Κρεμλίνο. Στην προσπάθεια αυτή η Αγκυρα διαπίστωσε την απροθυμία της Γαλλίας και της Γερμανίας, αλλά και των ΗΠΑ να δεσμευτούν για ουσιαστική στήριξη της Τουρκίας απέναντι στη Ρωσία.
Ετσι, χωρίς το προφίλ της εμπροσθοφυλακής της Δύσης και του ΝΑΤΟ απέναντι στην ηγεμονική επιδιαιτησία της Ρωσίας στην ευρύτερη Μέση Ανατολή ο Ερντογάν δεν έχει άλλη επιλογή παρά να επιστρέψει στη σκληρή πραγματικότητα όπως αυτή διαμορφώθηκε από τις συμφωνίες του 2018 με τον Πούτιν.
Το Κρεμλίνο, έστω υπό προϋποθέσεις και περιορισμούς, έδωσε πριν από δυο χρόνια ρόλο στην Αγκυρα στη Βορειοδυτική Συρία, την ώρα που οι ΗΠΑ απέρριπταν μέχρι τον περασμένο Οκτώβριο οποιαδήποτε τουρκική παρουσία στη Βορειοανατολική Συρία.
Ολα τα παραπάνω με τη μια ή την άλλη διατύπωση και περιτύλιγμα αναμένεται να επιβεβαιωθούν στο σημερινό τετ α τετ Πούτιν-Ερντογάν στη Μόσχα.
