Τα γλαρόνια τσακώνονται πάνω από ένα καφάσι ψάρια. Είναι μέσα ό,τι μικρό και «άχρηστο» ψάρι υπάρχει από την ψαραγορά. Το κατέβασαν στην προκυμαία ξημερώματα δύο ψαράδες. Μέσα στις νιτσεράδες, με τις κίτρινες ψηλές γαλότσες, μετέφεραν το καφάσι και το ακούμπησαν πλάι στο «Αλέξανδρος», το καΐκι «φάντασμα» του λιμανιού.
Επεσε σύρμα αμέσως, το πρώτο σμάρι έφτασε, με το ράμφος ανοιχτό να κρώζει «ελάτε, φαΐ». Εγιναν σύννεφο πάνω από το καΐκι που ξαφνικά απέκτησε φτερά κι ήταν έτοιμο να πετάξει στους ουρανούς, να ανυψωθεί κι αυτό μαζί με τα αφεντικά του. Τα αφεντικά του, δύο αδέρφια αληθινοί θαλασσόλυκοι, ήταν θρυλικές μορφές στο σινάφι των ψαράδων.
Ατρόμητοι, καλοψαράδες, συνέτρεχαν κάθε συνάδελφο, αν ήταν ανάγκη βγαίνανε στη θάλασσα και με 10 Μποφόρ. Κυνηγούσαν πάντα το μεγάλο ψάρι, ποτέ το μικρό. Ξέρανε τον κόλπο σαν την παλάμη τους, ήταν χαρτογραφημένη μέσα τους κάθε «λακκούβα» της θάλασσας. Τα αδέρφια δεν είχαν σπίτι. Μένανε στο καΐκι. Υπήρχε δηλαδή ένα πατρικό, αλλά σπανίως πατάγανε. Αυτοί είχαν φυτρώσει μέσα στο νερό.
Οι άλλοι ψαράδες θυμούνται -και τους λείπει είναι η αλήθεια- την ξακουστή κακαβιά τού «Αλέξανδρος». Πολύ συχνά μέσα στη νύχτα τα αδέρφια βγάζανε την γκαζιέρα στην πλώρη. Σε μια μαντεμένια τεράστια κατσαρόλα διάλεγαν τα κατάλληλα κοκκινόψαρα και με γενναίες δόσεις μπούκοβου μαγείρευαν το «φαγητό των θεών της θάλασσας». Μύριζε όλη η προκυμαία. Κι αυτό ήταν το σύνθημα.
Οι ψαράδες πατούσαν ο ένας μετά τον άλλον πάνω στο σκαρί φέρνοντας μαζί τους τσιπούρα και ρακές. Η θεϊκή σούπα έκανε το θαύμα της, ημέρευε τα μέσα τους, ανανέωνε την ταραγμένη σχέση τους με τη θάλασσα της βιοπάλης. Γινόταν πάλι η αγαπημένη, η ερωμένη, το καταφύγιό τους. Της λέγανε ό,τι μαντινάδα και ό,τι τραγούδι την υμνούσε. «Αν δεις καράβι να περνά της Οχτονιάς τον κάβο, βγάλε το μαντιλάκι σου και κάνε μου σινιάλο. Θάλασσα πλατιά, κακούργα ξενιτιά, της θάλασσας τα κύματα έρχονται ένα ένα μα τα δικά μου βάσανα έρχονται μαζεμένα. Αχ τη γλυκιά αυγή να σ’ έβρω μοναχή…».
Αυτό κι άλλα τέτοια τραγουδούσαν κι άμα περνούσες ανυποψίαστος από εκεί, σε τρόμαζαν οι αγριοφωνάρες τους γιατί διόλου δεν τους ένοιαζε η μελωδικότητα, εκείνο που τους ένοιαζε ήταν να τα πουν, να βγάλουν τα παράπονά τους.
Τώρα πια αυτά πέρασαν. Τα αδέρφια χάθηκαν. Και η αλήθεια είναι πως σε κανέναν από αυτούς δεν πάει καρδιά να κάνει κακαβιά στο καΐκι και να φιλέψει κόσμο. Το καΐκι όμως το υπερασπίστηκαν με πάθος. Οταν ήρθαν οι λιμενικοί να το ρυμουλκήσουν για το καρνάγιο, καθώς κληρονόμοι δεν υπήρχαν, πρόβαλαν σθεναρή αντίσταση. Κι από αναβολή σ’ αναβολή το πήραν απόφαση κι αυτοί και το άφησαν ανάμεσα στα ενεργά καΐκια.
Εγινε πια συνήθεια και το καφάσι των «απόψαρων» μπαίνει εκεί. Και να, τώρα οι γλάροι κάνουν τσιμπούσι. Κι είναι αλήθεια πως ο αέρας μυρίζει μπούκοβο.
