Υπάρχει κάτι που δύσκολα το αγκαλιάζει η κοινωνική ευταξία και, ακόμη δυσκολότερα, η κρατική πολιτική. Κι αυτό που δεν ακουμπάει η μέριμνα της κοινωνικής οργάνωσης είναι κυρίως το περιττό, το ανεπιθύμητο. Tην πρώτη θέση εδώ, μαζί με τα σκουπίδια και τους καταληψίες, έχουν όλοι οι ευάλωτοι: παιδιά, ασυνόδευτα ανήλικα, γυναίκες, αδύναμοι άνθρωποι με προβλήματα υγείας.
Αντίθετα, υπάρχει κάτι άλλο που εύκολα το χωράει ο δημόσιος διάλογος και ο δημόσιος χώρος. Διάφορες «οργανώσεις πολιτών», με χριστιανική ταυτότητα (στην ουσία παραθρησκευτική και παραπολιτική, πιθανώς, και με «εκπολιτιστικό» δημόσιο χρήμα), ανοίγουν κουβέντα για ήδη κουβεντιασμένα θέματα. Εκτός από το «είμαστε εδώ», θέλουν να κομίσουν λύση σε ένα υπαρκτό πρόβλημα: υπογεννητικότητα.
Τα σχετικά θέματα έχουν συζητηθεί αρκετά από την εποχή του παπά Μάλθους που ‒με χριστιανική παρρησία αλλά από διαφορετική σκοπιά‒ είχε υποστηρίξει ότι όταν η αύξηση του πληθυσμού είναι δυσανάλογα μεγαλύτερη από την αύξηση των μέσων της συντηρησής του, τότε, θα υπάρχει πρόβλημα πείνας, φτώχειας, δημόσιου αίσχους και κατάπτωση της ηθικής τάξης.
Ο Μάλθους βέβαια, ουδέποτε επιβεβαιώθηκε, ούτε και οι ποικιλώνυμοι οπαδοί που έβλεπαν ρύθμιση των γεννήσεων. Ολες δε οι προσπάθειες ελέγχου της μεταβολής (αύξησης/μείωσης) των πληθυσμών, με κρατικά μέτρα ή με τη βία, απέτυχαν. Άλλες οδήγησαν σε κοινωνικές τραγωδίες και άλλες σε ανέκδοτα, όπως η ποινικοποίηση των προφυλακτικών επί Τσαουσέσκου. Αντίθετα, επιβεβαιώθηκαν οι ανισότητες στην κατανομή του πλούτου και, εξ αυτού, η φτώχεια, ο αναλφαβητισμός, τα ανθρώπινα δεινά. Και αυτό έγινε με πολιτικό τρόπο, με βία ή με πόλεμο.
Συνεπώς, η εκστρατεία για τα δικαιώματα του αγέννητου παιδιού ‒αρκετά γνωστή στα θέματα των «πολιτισμικών συγκρούσεων» στον αναπτυγμένο κόσμο (ΗΠΑ, Βρετανία, Γερμανία κ.α.)‒ όσο κι αν ήταν θεμιτή, εδώ, δεν φανέρωσε ούτε ένα χιλιοστό απ’ όσα υπάρχουν κρυμμένα γύρω και πίσω από αυτό το σύνθετο κοινωνικό θέμα.
Ομως, στη χώρα του φθίνοντος πληθυσμού, αυτή η εκστρατεία επιβεβαίωσε έναν κανόνα ‒ πολύ σημαντικό στη μορφοποίηση της συλλογικής συνείδησης και εμπειρίας. Πρόκειται για τον κανόνα της ελληνικής υστέρησης: όλα ‒δίχως να είναι‒ μοιάζουν «φυσικά», ακατάλυτα, ηθικά, ηρωικά και θεϊκά καμωμένα. «Παιδιά δεν θέλουμε; Νάτα τα παιδιά».
Επιπλέον, αυτός ο τρόπος κάνει κάτι χειρότερο. Συσκοτίζει κάθε κουβέντα γύρω από τα γεννημένα. Και δεν μιλάμε για τα φτωχοποιημένα ελληνάκια ή για όσα ‒με το προσφυγικό ή το μεταναστευτικό ταξίδι‒ θαλασσοπνίγονται ή βρίσκονται παγωμένα στις καταπακτές των αεροπλάνων. Υπάρχουν εκατομμύρια γεννημένα στον λάθος τόπο, στη λάθος φάτνη στον 21ο αιώνα∙ παιδιά κυνηγημένα από τη φτώχεια των γονιών τους, από την εθνότητά τους, από την εκμετάλλευση και το χρήμα.
Υπάρχουν εκατομμύρια παιδιά σκλάβοι ‒ κυκλοφορούν και αναμεσά μας∙ στον αναπτυγμένο κόσμο. Αυτός ο σωρός ερειπίων δεν θα ζήσει ποτέ την παιδική ηλικία. Αυτά τα γεννημένα θα είναι η αυριανή υπο-τάξη∙ η γυμνή αθλιότητα που δεν βλέπει ο «ηθικός» φανατισμένος χριστιανισμός των παραθρησκευτικών και παραπολιτικών οργανώσεων της σχετικής εκστρατείας.
Γενικότερα μιλώντας, ο χριστιανισμός –ο ελληνορθόδοξος δεν αποτελεί εξαίρεση‒ επιδόθηκε στη φιλανθρωπία∙ την ασκεί καλά. Όμως, εδώ, κάνει ό,τι μπορεί να εμποδίσει την πολιτεία να σταθεί στα πόδια της και να λύσει με πολιτικό τρόπο τα κοινωνικά προβλήματα. Η εκκλησία αξιώνει να έχει, σε όλα, τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο και η πολιτική τάξη συναινεί.
Η χώρα από το 1821 προσπαθεί να δραπετεύσει από τους μεσαίωνές της προς την κατεύθυνση μιας ακατέργαστης –έως σήμερα‒ νεωτερικότητας. Στον κόσμο των ραγδαίων αλλαγών θέλει να ξεφύγει από τη μοίρα του «Μιλέτ» και του «Μιλέτ-μπασί»∙ να ξεφύγει από έναν όχι και τόσο υποθετικό «εθνικό» και συνάμα, ελέω θεού, ηγέτη. Ο σφιχτός εναγκαλισμός κράτους και εκκλησίας και η αρρύθμιστη σχέση της κοσμικής-λαϊκής πολιτείας με την παραθρησκευτική παράδοση παραπέμπει σε θεάσεις μεσαιωνικών προτύπων και σε «προνεωτερικές πατριαρχίες-εθναρχίες».
Όλως περιέργως, εδώ και διακόσια χρόνια, ο ενδημικός παποκαισαρισμός περιγράφει ακριβώς την κατάσταση που συνδυάζει όλα όσα ίσχυαν επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Γιατί κλαιγόμαστε; Γιατί δεν αλλάζουν τα πράγματα στην ελληνική κοινωνία; Γιατί σέρνεται και απομειώνεται η Ελλάδα; Γιατί η πολιτική τάξη δεν βλέπει αυτό που είναι μπροστά στα μάτια της. Γιατί, τελικά, αποδεικνύεται ακατόρθωτο στην ελληνική Δεξιά να είναι πραγματικά φιλελεύθερη. Γιατί η χώρα έχει στερηθεί από καιρό τη θύελλα της νιότης που θα στρέψει τις πτήσεις μας στο μέλλον. Γιατί είμαστε μια κοινωνία γερόντων ‒για όποιον δεν το έχει καταλάβει‒ και οι γέροντες θέλουν τη βολή τους και σκέφτονται τη ψυχή τους. Εντέλει, οι τολμηροί που θα κάνουν παιδιά, θα περάσουν από το ταμείο για δύο δόσεις… και ένα σωσίβιο μπόνους.
