Το ζήτημα της καύσης των νεκρών με τη λειτουργία του πρώτου αποτεφρωτηρίου στη Ριτσώνα ξανάφερε στην επικαιρότητα το ερώτημα κατά πόσο είναι κατάλληλη και δη ορθόδοξη πρακτική η καύση έναντι της πατροπαράδοτης εθιμικής ταφής. Οι λόγοι που προβάλλονται για την καύση είναι διάφοροι και πρακτικοί. Οικονομία χώρου, μη εκταφή και μετακομιδή οστών, λιγότερο κόστος κ.α.
Απ’ την άλλη, η Εκκλησία διά των εκπροσώπων της αντιδρά, ισχυριζόμενη ότι η καύση νεκρών αποτελεί προσβολή της ανθρώπινης υπόστασης και δεν συνάδει με τις παραδόσεις και τη δογματική της. Υπάρχει το δόγμα της αθανασίας της ψυχής και της ανάστασης νεκρών… Σε μια στάχτη που στεγάζεται σ’ ένα δοχείο και μετά διασκορπίζεται δεν συνάδουν τα παραπάνω, διότι, κατά την ανάσταση νεκρών πιστεύεται ότι θα ενωθούν τα κόκαλα των νεκρών με τις αθάνατες ψυχές…
Εχω τη γνώμη ότι η καύση των νεκρών δεν αντίκειται στο πνεύμα της δογματικής διδασκαλίας της ανάστασης των νεκρών. Κατ’ αρχάς, υπενθυμίζω ότι στο αρχαίο Ισραήλ, παρόλο που υπήρχε η συνήθεια της ταφής, τουλάχιστον σε μία περίπτωση ,του βασιλιά Σαούλ και των γιων του, έγινε καύση των πτωμάτων τους [Α΄ Σαμ. (Α΄ Βασιλ. Ο΄) 31:11] αν και αναφέρεται ότι στη συνέχεια ετάφησαν τα οστά τους.
Τώρα, όσον αφορά το δόγμα της αθανασίας της ψυχής και της ανάστασης νεκρών, επισημαίνω ότι ο βιβλικός χριστιανισμός δεν δέχεται την αυθυπαρξία άυλης αθάνατης ψυχής, ούτε τον εγκλωβισμό ψυχής μέσα στο σώμα που είναι πλατωνικές έννοιες, οι οποίες παρεισέφρησαν στον χριστιανισμό σταδιακά από τον 2ο και ιδίως τον 3ο αι. μ.Χ. (βλ. επισκόπου Αθανασίου Γιακαλή, Ανάσταση του όλου ανθρώπου, Ελευθεροτυπία, 10/4/04 και Oscar Cullmann, Αθανασία ψυχής ή ανάσταση νεκρών, εκδ. Αρτος ζωής – 1994). Για τη Βίβλο, ο άνθρωπος είναι σώμα, είναι ψυχή. Δεν έχει άυλη ψυχή. Δεν υπάρχει κάποιος δυϊσμός.
Αλλωστε το σύμβολο Νίκαιας – Κωνσταντινουπόλεως λέει «προσδοκώ ανάσταση νεκρών», όχι ανάσταση σαρκός ή σώματος. Πολύ περισσότερο, η ανάσταση των νεκρών δεν μπορεί να νοηθεί με τη συνένωση των λειψάνων έστω νεκρών, έπειτα από χιλιάδες χρόνια, αλλά πρέπει να εννοηθεί ως μια επαναδημιουργία, μια επανασύσταση του νεκρού στο σύνολό του από τον υπερμνήμονα Δημιουργό και επαναδημιουργό του ανθρώπου. Υπήρξαν χιλιάδες που κάηκαν σε διωγμούς, άλλοι αποτεφρώθηκαν σε θαλάμους αερίων σε ναζιστικά στρατόπεδα, άλλοι που καταφαγώθηκαν από άγρια ζώα, σώματα που εξαχνώθηκαν ή εξατμίστηκαν κατά την έκρηξη βομβών και ούτω καθ’ εξής. Τι θα μπορούσε να λεχθεί σ’ αυτές τις περιπτώσεις; Δεν θ’ αναστηθούν;
Ο θάνατος και ο Αδης και η θάλασσα θα δώσουν πίσω τους νεκρούς τους κατά την Ιωάννια Αποκάλυψη, αλλά, ουσιαστικά, πρόκειται περί αναδημιουργίας σωμάτων με τα αυτά εξατομικευμένα χαρακτηριστικά που είχε ο νεκρός. Το πώς και το τι είναι άγνωστα και καλύπτονται από πέπλο μυστηρίου και γνόφο αγνωσίας. Ο Ιησούς είπε ότι «εν τη αναστάσει θα είναι ως άγγελοι του Θεού». Σ’ αυτή την περίπτωση θα έχουμε πνευματικοποιημένα σώματα μάλλον. Ενώ ο απ. Παύλος μιλάει για μεταμόρφωση των νεκρών. «Πάντες αλλαγησόμεθα με σώμα πνευματικόν εν αφθαρσία» (Α΄ Κορ. 15:44, 51-55).
Οι αρχαιότεροι απολογητές του Χριστιανισμού του 2ου μ.Χ. αι. όπως ο Τερτυλλιανός και ο Μινούκιος Φήλιξ ήταν σαφείς ως προς το θέμα της αναδημιουργίας. Ο Τερτυλλιανός λέει στην Απολογία του: «Δεν υπήρχατε [πριν γεννηθείτε] και άλλη μια φορά όταν δεν θα υπάρχετε θα δημιουργηθείτε». Ο Μινούκιος Φήλιξ είναι ακόμα πιο σαφής: «Ποιος είναι τόσο ανόητος ή αμβλύνους, ώστε να τολμά να εναντιωθεί στην άποψη ότι είναι δυνατή η ανάπλαση του ανθρώπου από τον Θεό, όπως είχε γίνει κατορθωτή η αρχική του δημιουργία; Οτι τίποτε δεν υπάρχει μετά τον θάνατο και τίποτε δεν είχε υπάρξει πριν από τη γέννηση;…
Ολόκληρο το σώμα, είτε αποξηραίνεται σε σκόνη, είτε διαλύεται στην υγρασία, είτε αποτεφρώνεται, είτε εξαχνώνεται, αφαιρείται από εμάς, αλλά ο Θεός διατηρεί τα στοιχεία του στην κατοχή του. Ούτε φοβόμαστε κάποια βλάβη από το είδος της κηδείας…» (Οκτάβιος, 34, 9, μετφρ. Α. Θεοδωράκη, εκδ. Αρμός, σελ. 87,88). Οι εκπρόσωποι της Εκκλησίας βεβαίως αντιδρούν και για το ότι, μη υπάρχοντος πτώματος, αλλά στάχτη, δεν θα μπορούν να υπάρχουν και τα τριήμερα, τα εννιάμερα, τα 40ημερα και τα μνημόσυνα, τα οποία τροφοδοτούν τόσο το εκκλησίασμα, όσο και το ιερατείο, τα οποία όμως, ειρήσθω εν παρόδω, δεν είναι χριστιανικής αλλά ειδωλολατρικής προέλευσης όπως και η ίδια η λειψανολατρεία, που ανεπτύχθη κυρίως από τον 4ο αι. μ.Χ. κι εντεύθεν.
Εν κατακλείδι, έχω την γνώμη ότι τόσο η ταφή όσο και η καύση νεκρών είναι πρακτικές συμβατές με τον χριστιανισμό. Είναι θέμα προσωπικό, η επιλογή της μιας ή της άλλης, για τους πιστεύοντες αλλά και για τους μη πιστεύοντες.
Δημήτρης Τσινικόπουλος, δοκιμιογράφος – συγγραφέας
