ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Κυριακή Μπεϊόγλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Εριχνε ένα ήσυχο ψιλόβροχο. Κυριακή πρωί. Ο Δ. ένιωθε σήμερα κάτι παραπάνω από ιδανικός κι ανάξιος εραστής κι αποφάσισε να τολμήσει την υπέρβαση. Η κυρία του ταμείου είχε ξυπνήσει πολύ πιο νωρίς. Φόρεσε τα ρούχα της κι από πάνω μια ποδιά με τη φίρμα της αλυσίδας καφέ όπου δούλευε εδώ και πέντε χρόνια. Στην εμφάνισή της πρόσθετε πάντα μια προσωπική πινελιά, συνήθως ένα μαντίλι στον λαιμό, πλεγμένοι κόκκινοι ιβίσκοι αναδείκνυαν το όμορφο πρόσωπό της. Κάτω από τις ρυτίδες των πενήντα της χρόνων φαινόταν ένα νεανικό χαμόγελο. Αυτό το χαμόγελο υπήρξε η αιτία της σημερινής απόφασής του να τολμήσει κάτι παραπάνω από το «καλημέρα», «ωραία μέρα», «χάλια καιρός»…

Τη βρήκε πίσω από τον πάγκο της, κοίταζε σοβαρή τη μηχανή των αποδείξεων σαν να είχε κάποια σοβαρή συζήτηση μαζί της. Την καλημερίζει, της αφήνει ένα πεντάευρο όπως πάντα για τον ίδιο «όπως πάντα» καφέ, εκείνη σηκώνει το κεφάλι. Να το πάλι το χαμόγελο που του κόβει τα πόδια. Κάθεται σ’ ένα τραπέζι κοντά στο ταμείο. Περιμένει. Τον καφέ του; Οχι, περιμένει την κατάλληλη στιγμή να της πει «πάμε το απόγευμα μια βόλτα;». Μπροστά του, στην τζαμαρία, η πόλη δυσδιάκριτη. Η βροχούλα είχε γίνει δυνατή βροχή. Δεν ήταν κι ο κατάλληλος καιρός για βόλτα. Τι να της πει τότε; Σινεμά; Ναι, ωραία. Και αν την πήγαινε σε καμία που ήταν ακατάλληλη, τι θα σκεφτόταν για τα γούστα του; Οχι, παρακινδυνευμένο. Να της πει να πάνε για φαγητό; Δεν μπορεί, σε όλους αρέσει ένα καλό τραπέζι. Και πού της ταιριάζει; Στο ταβερνάκι; Ή σε κάτι καλύτερο; Σε κάτι καλύτερο.

Το καφέ γέμισε. Ο πάγκος πήρε φωτιά. Εκείνη μαεστρικά διηύθυνε σερβιτόρες και μπουφετζήδες. Οι ιβίσκοι στον λαιμό της ανεβοκατεβαίνουν. Αχ, τι να κάνει; Τώρα, πάνω στη φούρια της δουλειάς, δεν μπορούσε πει τίποτα. Θα περίμενε να κοπάσει ο κουρνιαχτός. Πήρε κι ένα σάντουιτς και περίμενε προσπαθώντας να μην καρφώνεται. Εξήντα χρόνων άνθρωπος κάνει σαν μαθητούδι. Οσο μεγαλώνεις τόσο πιο δύσκολο φαίνεται. Αναλογίστηκε τον εαυτό του στα σαράντα, τότε που έπαιζε στα δάχτυλα τέτοια θέματα. Τώρα το θάρρος του το δείχνει μόνο διαδικτυακά. Δηλαδή, του αρέσει μια γυναίκα; Τσακ, της στέλνει λουλούδια σε αυτοκόλλητο. Μετά της λέει πόσο όμορφη είναι, αν αυτή τσιμπήσει κάνουνε παρέα στο Διαδίκτυο για λίγο και μετά τέλος. Αλλά έτσι όπως τώρα, αυτό το ζωντανό, το πραγματικό, τον φοβίζει. Ξέχασε πώς είναι, εδώ που τα λέμε. Ωστόσο, όπως παραπάνω είπαμε, σήμερα δεν αισθάνεται ιδανικός κι ανάξιος. Σηκώνει το κεφάλι και βλέπει στον πάγκο δίπλα της τον κύριο άσπρο γένι, έτσι τον είχε βαφτίσει, που ερχόταν σχεδόν κάθε μέρα τον τελευταίο μήνα. Εκείνη του έδινε το πολύτιμο χαμόγελο κι εκείνος της χάιδεψε το χέρι. Με νόημα. Α, έτσι; Ωστε με πρόλαβε ο μπαγάσας, κι εμείς τι κάνουμε εδώ τόσο καιρό, ρε φίλε; Σηκώθηκε κατακόκκινος και έφυγε. Εσύ περιμένεις την κατάλληλη στιγμή, του ‘λεγε η βροχή, και έριχνε κατά ριπάς την αποδοκιμασία της στο πρόσωπό του.