ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιάννης Σιώτος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Δεν είναι λίγοι οι οικονομολόγοι εκείνοι που μιλούν για τον λεγόμενο «φορολογικό ανταγωνισμό». Η κεντρική ιδέα είναι ότι αν μια χώρα κατεβάσει τη φορολογία και γίνει φορολογικά ανταγωνιστική σε σχέση με τους ανταγωνιστές της, τότε οι επενδυτές θα την προτιμήσουν και θα ρίξουν εκεί τα λεφτά τους. Σε αυτή την ιδέα βάσισε η κυβέρνηση το «φορολογικό της σχέδιο» που πρόβαλε σαν το φάρμακο που θα θεραπεύσει όλες τις ασθένειες. Και τώρα ήλθε η ώρα του λογαριασμού. Το φορολογικό νομοσχέδιο που δημοσιοποίησε πρόσφατα, από ό,τι λένε, εξυπηρετεί αυτόν τον στόχο, αφού προσφέρει φορολογικά κίνητρα σε όσους σκοπεύουν να επενδύσουν στην ελληνική οικονομία.

Αν όμως μελετήσει κανείς τις επενδυτικές συμπεριφορές στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, θα καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το σκεπτικό αυτό είναι πέρα για πέρα έωλο. Οι άμεσες επενδύσεις στον πρωτογενή και στον δευτερογενή τομέα έχουν εγκαταλείψει εδώ και πολύ καιρό την Ευρώπη η οποία περνά περίοδο αποεπένδυσης. Οι μοναδικές επενδύσεις αφορούν τις υπηρεσίες και βραχυπρόθεσμες τοποθετήσεις σε real estate, τουρισμό και τεχνολογία, οι οποίες είναι και αυτές εξαρτώμενες από τον χρηματοπιστωτικό τομέα. Αλλωστε η εποχή της βιομηχανίας έχει παρέλθει, καθώς η οικονομία βασίζεται στις άυλες αξίες με οποιαδήποτε μορφή: μετοχές, δάνεια και κάθε λογής στοιχήματα σε αυτά.

Δεν θα ήταν υπερβολή αν υποστήριζε κανείς ότι οι μοναδικές χώρες που έχουν επενδύσει στον φορολογικό ανταγωνισμό είναι η Ολλανδία και η Ιρλανδία, οι οποίες όμως το έκαναν με στόχο να εξαλείψουν τους φόρους. Αν και πολλοί αναφέρονται στο ιρλανδικό μοντέλο θέλοντας να ενισχύσουν τη θεωρία περί φόρων, εν τούτοις το πιο κραυγαλέο είναι εκείνο της Ολλανδίας καθώς προσφέρει ιστορική συνέχεια.

Η χώρα αυτή από τον 19ο αιώνα κιόλας ξεκίνησε να θεσπίζει φορολογικούς κανόνες για να ενισχύσει την παρουσία της εκτός συνόρων. Το 1893, για την προστασία των ολλανδικών εταιρειών που δραστηριοποιούνταν στο εξωτερικό, καθιέρωσε έναν κανόνα διασφαλίζοντας ότι τα κέρδη που μεταφέρονται από μια θυγατρική σε μια μητρική εταιρεία δεν θα φορολογούνται δύο φορές.

Στις δεκαετίες του 1960 και του 1970, άρχισε να διαπραγματεύεται φορολογικές συμβάσεις με άλλες χώρες που θα προσέφεραν πλεονέκτημα στις μεγάλες ολλανδικές επιχειρήσεις, όπως η Shell, η KLM, η Unilever και η Philips. Σχετικές συμφωνίες έχει συνάψει σήμερα με περίπου 100 χώρες. Η πιο ενδιαφέρουσα είναι με τις ΗΠΑ – βρίσκεται υπό αναθεώρηση. Σύμφωνα με αυτήν, οι πολυεθνικές που εδρεύουν στις ΗΠΑ έχουν δημιουργήσει ολλανδικές εταιρείες που ονομάζονται περιορισμένης εταιρικής σχέσης, τις οποίες η κυβέρνηση των ΗΠΑ θεωρεί τεχνικά φορολογητέες στην Ολλανδία και ως εκ τούτου δεν υπόκεινται σε φόρους από τις ΗΠΑ – παρ’ όλο που στην πράξη οι εταιρείες δεν φορολογούνται πραγματικά από τους Ολλανδούς. Ως αποτέλεσμα, τα κέρδη των εταιρειών αυτών δεν φορολογούνται από καμία από τις δύο χώρες. Μια έκθεση της Oxfam εκτιμά ότι μόνο το 2016 με αυτόν τον τρόπο πολυεθνικές με έδρα τις ΗΠΑ, όπως η Google, η Pfizer, η Nike και η Uber, απέφυγαν να πληρώσουν φόρους επί συνολικών κερδών στο εξωτερικό, ύψους άνω των 100 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Μια άλλη έρευνα της SOMO και της OT Watch αποκάλυψε ότι η Rio Tinto χρησιμοποίησε τα τελευταία χρόνια την Ολλανδία και το Λουξεμβούργο ως φορολογικούς παραδείσους, προκειμένου να μειωθούν οι φόροι που θα έπρεπε να καταβάλει για τα κέρδη που πραγματοποίησε από εξορύξεις στη Μογγολία. Ετσι γλίτωσε 230 εκατομμύρια δολάρια.

Αν μελετήσει κάποιος προσεκτικά τις ροές των κεφαλαίων θα διαπιστώσει ότι η Ολλανδία αξιοποιήθηκε ως «διαμετακομιστικός σταθμός». Για παράδειγμα, από τα 5,2 τρισ. δολάρια των «επενδύσεων» το 2017, μόνο τα 836 δισ. δολάρια εισήλθαν στην ολλανδική οικονομία. Τα υπόλοιπα κατευθύνθηκαν σε εταιρείες-κελύφη ή θυγατρικές που δημιουργήθηκαν για να αποφύγουν την πληρωμή φόρων αλλού. Στο παιχνίδι αυτό συμμετέχουν όλοι: η Google, η IBM αλλά και η Fiat Chrysler, που έχει αποφασίσει για φορολογικούς λόγους να ιδρύσει την επίσημη έδρα της στο Αμστερνταμ το 2014. Στην πραγματικότητα, οι καρποί τού να είναι φορολογικός παράδεισος απολαμβάνονται κυρίως από ένα μικρό κομμάτι της ολλανδικής κοινωνίας: τους περίπου 10.000 λογιστές, δικηγόρους και συμβούλους που απασχολούνται στη βιομηχανία φοροαποφυγής. Η ευρύτερη ολλανδική οικονομία επωφελείται ελάχιστα. Μια μελέτη της ολλανδικής κεντρικής τράπεζας αποκάλυψε ότι το 2018 οι εταιρείες «γραμματοκιβωτίου» ξοδεύουν ετησίως για μισθούς και ασφάλιστρα για κυβερνητικά προγράμματα κοινωνικής πρόνοιας περίπου 1,1 δισ. δολάρια (το ΑΕΠ της Ολλανδίας ξεπερνά τα 820 δισ. δολάρια).

Τα στοιχεία αυτά δείχνουν με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο ότι η «βίβλος» της κυβέρνησης δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα εργαλείο αναδιανομής εισοδήματος υπέρ των ελίτ. Ολα τα υπόλοιπα είναι απλώς για να θολώνουν τα νερά, ώστε να μπορούν ευκολότερα και με ελεγχόμενο πολιτικό κόστος να εξυπηρετούν τις πραγματικές τους επιδιώξεις, μέχρι να αποδειχθεί στην πράξη -με επώδυνο τις περισσότερες φορές τρόπο- ότι ο «βασιλιάς είναι γυμνός».

* Δημοσιογράφος, συγγραφέας