Γιάννης Σκλίας*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η επιρροή των πολιτικών σκανδάλων στην εμπιστοσύνη των πολιτών στη δημοκρατία έχει αναλυθεί αρκετά από τους πολιτικούς επιστήμονες. Το πρόβλημα είναι ότι με παρόμοια μέθοδο έχουν καταλήξει σε εκ διαμέτρου διαφορετικά συμπεράσματα: Τα πολιτικά σκάνδαλα συμβάλλουν στην ενίσχυση της εμπιστοσύνης στους θεσμούς και ταυτόχρονα τα πολιτικά σκάνδαλα συμβάλλουν στην απαξίωση των θεσμών.

Το πρόβλημα καθίσταται ακόμα μεγαλύτερο όταν αναλύσει κανείς τις μεθόδους των ερευνών αλλά και το θεωρητικό πλαίσιο που έχει χρησιμοποιηθεί για να εξαχθούν αυτά τα συμπεράσματα, καθώς δεν παρατηρείται κάποια σημαντική αστοχία. Εφ’ όσον δεν γίνεται να ισχύουν και τα δύο, υποθέτοντας οτι είναι μεθοδολογικά άρτια τα συμπεράσματα, τότε πρέπει να υπάρχει ένας άλλος παράγοντας που να καθορίζει την εξέλιξη.

Κατ’ αρχάς ας αναλυθούν τα δύο συμπεράσματα, αναφέροντας ενδεικτικά έρευνες και θεωρητικά πλαίσια γύρω από αυτά. Ο Scott Brenton (2012) διατύπωσε τη ρήση πως τα πολιτικά σκάνδαλα ανανεώνουν την εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς και τη δημοκρατία μέσω του «μεταρρυθμιστικού κύκλου των σκανδάλων».

Ο πολιτικός έχει αποκλίνουσα συμπεριφορά ->Τα ΜΜΕ αποκαλύπτουν ->Η κοινή γνώμη εξοργίζεται ->Οι θεσμοί ανταποκρίνονται ->Η εμπιστοσύνη των πολιτών αποκαθίσταται.

Η αποκάλυψη μιας αποκλίνουσας συμπεριφοράς στο κοινό μπορεί να οδηγήσει στον εξαγνισμό των θεσμών, καθώς τιμωρείται ο παραβάτης γεγονός το οποίο επαναφέρει την εμπιστοσύνη και την πολιτική ισορροπία.

Σε έρευνα που διενεργήθηκε για να διερευνηθούν οι ψυχολογικές επιπτώσεις των πολιτικών σκανδάλων στο εκλογικό σώμα (Halmburger, A., Rothmund, T., Schulte, M., & Baumert, A. (2012). Psychological reactions to political scandals: Effects on emotions, trust, and need for punishment. Journal of Political Psychology, 2(2), 30-51.) δεν παρατηρήθηκε μείωση της εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς και τη δημοκρατία, αλλά αναλύθηκαν οι ψυχολογικές επιπτώσεις και οι αντιδράσεις κατά τη δημοσιοποίηση ενός σκανδάλου.

Σύμφωνα με το θεωρητικό πλαίσιο κατά το οποίο διεξήχθη η έρευνα, οι πολίτες αντιμετωπίζουν δύο απειλές όταν αποκαλύπτεται ένα σκάνδαλο, την απειλή του status τους και την απειλή των αξιών τους. Όταν ένας πολιτικός γίνεται παραβάτης, οι πολίτες ενδέχεται να αισθάνονται ότι ο πολιτικός αυτός τοποθετεί τον εαυτό του υπεράνω του νόμου, υποθέτοντας μια ανωτερότητα, αφού όλοι οι υπόλοιποι υπακούν μια νόρμα ενώ αυτός όχι. Σαν αντίδραση, αυτοί που πιστεύουν οτι είναι τα θύματα, έχουν ανάγκη για τιμωρία. Έτσι, η αποκατάσταση επέρχεται από τη τιμωρία του παραβάτη, αποκαθιστώντας το status των θιγμένων (Vidmar and Miller 1980).

Όσον αφορά τη δεύτερη απειλή, οι πολιτικοί που παραβαίνουν τις αξίες, απειλούν την εγκυρότητα του συνόλου που είναι χτισμένο σύμφωνα με αυτές (Miller 2001). Σε αυτό το πεδίο οι θιγμένοι δεν απαιτούν μόνο την τιμωρία αλλά και την αποκατάσταση των αξιών. Συνεπώς οι πολίτες απαιτούν μέτρα για την αποκατάσταση των αξιών αλλιώς υπάρχει περίπτωση να επανεκτιμήσουν τις αξίες τους. Η έρευνα έδειξε ότι η ανάγκη για την αποκατάσταση των αξιών και των θεσμών είναι μεγαλύτερη από την ανάγκη για την τιμωρία ενός μεμονωμένου πολιτικού.

Η κριτική που γίνεται στη θεωρία του «μεταρρυθμιστικού κύκλου» του Brenton εξετάζει κάθε βήμα και θέτει τις προϋποθέσεις για να ισχύει το θεώρημα. Μία από αυτές είναι η ελευθερία του Τύπου. Εδώ επισημαίνεται από τους συγγραφείς (Sass and Crosbie, Democracy and Scandal: A Research Agenda, Comparative Sociology 12, p.851-862, 2013) ότι ο πρωταρχικός στόχος των ΜΜΕ είναι να «τραβήξει» την προσοχή του κοινού, αλλά οι ιδιοκτήτες των ΜΜΕ έχουν τις πολιτικές πεποιθήσεις τους οι οποίες επηρεάζουν την ποιότητα των ειδήσεων και στη συγκεκριμένη περίπτωση ίσως και την οπτική γωνία των σκανδάλων.

Έχουν τη δυνατότητα να αγνοήσουν κάποιες «λεπτομέρειες» ή και να «φωτίσουν» κάποιες άλλες. Κατά το τρίτο στάδιο, το κοινό μπορεί να κουραστεί και να αποευαισθητοποιηθεί ακόμα και στα πιο σοκαριστικά στοιχεία (Coser 1988, Carruthers 2008). Αυτό μπορεί να συμβεί όταν οι θεσμοί βρίσκονται συνεχώς σε καθεστώς σκανδάλων ή όταν τα ΜΜΕ εφευρίσκουν σκάνδαλα για να αποκομίσουν πολιτικά και οικονομικά οφέλη. Εν τέλει προϋποθέτει τη θετική απάντηση των θεσμών και την ικανοποίηση της κοινής γνώμης από αυτήν για να ισχύσει το μοντέλο.

Σε άλλη έρευνα (Maier 2011) που διενεργήθηκε παρακολουθώντας ένα υπαρκτό σκάνδαλο στη Βόρεια Βαυαρία, αναδείχθηκε η μείωση της εμπιστοσύνης στους θεσμούς και αρνητικές επιπτώσεις σε όλα τα κόμματα ανεξαρτήτως της σχέσης που είχαν με το συγκεκριμένο σκάνδαλο.

Οι Ares and Hernadez (The corrosive effect of corruption on trust in politicians: Evidence from a natural experiment, Research and Politics,p1-7, 2017) αφού ανέδειξαν τον αρνητικό συσχετισμό μεταξύ σκανδάλων και εμπιστοσύνης στους πολιτικούς, επεσήμαναν τον παράγοντα του χρόνου.

Όσο απομακρυνόμαστε από το σκάνδαλο, τόσο περιορίζεται το έλλειμμα της εμπιστοσύνης στους πολιτικούς. «Όλα τα νέα γίνονται παλιά σε κάποιο χρονικό σημείο».

Συνεπώς πότε ένα σκάνδαλο γίνεται η αφορμή για την ενίσχυση των θεσμών και πότε για την απαξίωσή τους;

Η υπόθεση του άρθρου αυτού είναι οτι ο χρόνος απονομής δικαιοσύνης είναι ο καθοριστικός παράγοντας για την ενίσχυση ή μη της εμπιστοσύνης στο θεσμό. Είναι σημαντικό να διερευνηθεί πως εξελίσσεται η προσοχή της κοινής γνώμης όταν ένα σκάνδαλο δημοσιοποιείται. Ας χωρίσουμε κατ’ αρχάς τα σκάνδαλα σε δύο είδη: α) Τα πολιτικά σκάνδαλα που δεν επισείουν ποινικές ευθύνες (αποκλίνουσες συμπεριφορές, ανηθικότητα κ.α) και β) τα πολιτικά σκάνδαλα που έχουν οικονομικές επιπτώσεις, σκάνδαλα διαφθοράς και διασπάθισης δημοσίου χρήματος.

Η συνάρτηση της προσοχής της (α) κατηγορίας μπορεί να αποδοθεί ως:

f(x) = e-x * x

όπου , η τιμή του (x) αναφέρεται στο έτος που δημοσιεύεται το σκάνδαλο, δηλαδή τη στιγμή που δημοσιεύεται το γεγονός (x=1) διανύεται το πρώτο έτος ασχολίας της κοινής γνώμης, (x=2) διανύεται το δεύτερο έτος και ουτω καθ’ εξής. Οι τιμές του (y), όπου f(x)=y, αντικατοπτρίζουν το ποσοστό του εκλογικού σώματος (0,1) που ασχολείται με το συγκεκριμένο θέμα. Συνεπώς η γραφική αναπαράσταση της προσοχής της κοινής γνώμης είναι η ακόλουθη:

Όπως παρατηρούμε στις τιμές του (x) περιλαμβάνονται από το 1 ως το άπειρο και οι τιμές του (y) είναι (0,1), αλλά όσο περνά ο χρόνος τείνουν στο 0. Σημαντικό είναι να τονιστεί ότι ο χρόνος αρχίζει να μετρά την ώρα που δημοσιοποιείται ένα σκάνδαλο και όχι την ώρα που τελείται. Για την (β) κατηγορία υποθέτουμε ότι την αφορά περισσότερο, καθώς σε υποθέσεις διαφθοράς κατασπαταλιούνται δημόσια κεφάλαια ή άλλου είδους πόροι. Έτσι, η συνάρτηση που θα χρησιμοποιηθεί είναι η ακόλουθη:

f(x) = e-x * x2

με ακόλουθη γραφική αναπαράσταση:

Το άνωθεν μοντέλο εξετάστηκε σύμφωνα με την έρευνα της VPRC (Τα σημαντικότερα σκάνδαλα της χώρας, ημερομηνία διεξαγωγής: 14-15 Φεβρουαρίου 2013, Ν=600, Εφημερίδα των Συντακτών) όπου 19 στις 24 περιπτώσεις επιβεβαιώνουν τη συνάρτηση.

Ενδεικτικά: (υπόθεση Λίστας Λαγκαρντ 54,5% (0,545), στρατιωτικοί εξοπλισμοί 27,4% (0,274), υπόθεση ΕΛΣΤΑΤ 9,2% (0,092) κ.α.)

Αυτή είναι μια καλή βάση για να προχωρήσουμε σε κρίσιμα συμπεράσματα μέσω ειδικότερων αναλύσεων. Εάν η παραπάνω συνάρτηση μας παρέχει ένα τρόπο προσέγγισης της προσοχής της κοινής γνώμης για τα σκάνδαλα της κατηγορίας (β) τότε:

α) Η μέγιστη προσοχή της κοινής γνώμης σε μια υπόθεση διαφθοράς είναι ένα έτος μετά τη δημοσίευσή του αφού:

f ‘ (x) = -e-x * x2 + 2e-x * x

όπου -e-x * x2 + 2e-x * x = 0

άρα x=2 |

Παρατηρείται ότι το εκλογικό σώμα διατηρεί «υψηλό» ενδιαφέρον για τουλάχιστον δύο έτη από τη δημοσιοποίηση του σκανδάλου.

β) Υπόθεση: όσοι λιγότεροι ασχολούνται με ένα σκάνδαλο , τόσο μικρότερο το πολιτικό κόστος για το εμπλεκόμενο κόμμα ή εμπλεκόμενη κυβέρνηση. Συνεπώς όσο πιο αργά αποδίδονται οι ποινικές ευθύνες στο πολιτικό πρόσωπο τόσο μικρότερο το πολιτικό κόστος. Το πολιτικό κόστος της διαφθοράς για μια κυβέρνηση ή κόμμα μπορεί να οριστεί ως εξής:

όπου ο συντελεστής α είναι ο δείκτης σημαντικότητας ή ιεράρχησης της διαφθοράς ως συνολικό ζήτημα για το εκλογικό σώμα (καθώς αναφέρθηκε παραπάνω οτι το κοινό ανα εποχή ιεραρχεί ή ευαισθητοποιείται διαφορετικά) και το δ είναι το μεμονωμένο σκάνδαλο:

αδ1 + αδ2 …. + αδn = Πολιτικό κόστος διαφθοράς

γ) Υπόθεση: Το κόστος που δεν επωμίζεται το εμπλεκόμενο πρόσωπο, κόμμα ή κυβέρνηση «μεταφέρεται» στους θεσμούς. Συνεπώς η συνάρτηση κόστους των θεσμών μπορεί να οριστεί ως το ολοκλήρωμα της αρχικής μας συνάρτησης, με την ιδιότητα της αντιπαραγώγου.

Δηλαδή: F ‘ (x) = f (x)

=

-(x2 + 2x + 2)e-x + C

Κατά την υπόθεση, όσο περνά ο χρόνος και η κοινή γνώμη απομακρύνεται από το θέμα τόσο μεγαλύτερο είναι το κόστος του θεσμού της δικαιοσύνης, εφ’ όσον ο θεσμός δεν ανταποκρίνεται κατά το μοντέλο του Brenton. Συνεπώς τα μέγιστα οφέλη για τον θεσμό είναι η στιγμή δημοσιοποίησης, αφού είναι και η στιγμή όπου το κοινό στρέφεται για την “κάθαρση”. Άρα το γράφημα για το κόστος του θεσμού μπορεί να διαμορφώνεται:

F(x) = – (x2+2x+2)e-x + 1

όπου C = 1 για

Εάν η παραπάνω εξίσωση ισχύει, τότε εύκολα συμπεραίνεται οτι εως κάποιο χρονικό σημείο η κοινή γνώμη στρέφεται προς τη δικαιοσύνη (αρνητικό κόστος = όφελος), ικανοποιώντας έτσι και τη υπόθεση του Brenton, αλλά από ένα χρονικό σημείο και έπειτα (όσο δεν ολοκληρώνεται ο κύκλος, ενω η κοινή γνώμη έχει τα βλέμματα στραμμενα πάνω στο θέμα) το κόστος αποδίδεται στους θεσμούς.

Στη χώρα μας παρατηρείται χαμηλή εμπιστοσύνη στο θεσμό της δικαιοσύνης σε σχέση με τις υπόλοιπες Ευρωπαϊκές χώρες (Weziak-Biolowoska, Dijkstra, Trust Local Governance and quality of Public Service in EU regions and cities, JRC Science and Policy Report, 2015 και άλλες), αυτό δεν οφείλεται αποκλειστικά στην ύπαρξη σκανδάλων και στην αντιμετώπισή τους, αλλά για το μέρος που ευθύνονται τα πολιτικά σκάνδαλα ενδεχομένως το παραπάνω μοντέλο να εξηγεί ένα μέρος του.

Οι επιπλέον δύο προϋποθέσεις του μοντέλου είναι:

α) Τα ΜΜΕ επιτελούν τον αποδιδόμενο ρόλο τους σε μια φιλελεύθερη δημοκρατία

β) Όλες οι αποφάσεις της δικαιοσύνης είναι σωστές.

Συνεπώς η καθυστέρηση της απάντησης του θεσμού σε μια υπόθεση με οσμή σκανδάλου υπονομεύει την αστική δημοκρατία καθώς σχετίζεται με το πόσοι ασχολούνται με την υπόθεση τη στιγμή της “κάθαρσης”, αυτή όμως η στάση εξυπηρετεί τους εμπλεκόμενους αφού ελαχιστοποιεί το πολιτικό τους κόστος. Σύμφωνα με το παραπάνω μοντέλο υπάρχουν δύο λύσεις: 1) Η δημοσιοποίηση ενός σκανδάλου να γίνεται κατά την ολοκλήρωση της διαδικασίας της δικαιοσύνης (αυτό όμως προϋποθέτει αλλοίωση του ρόλου των ΜΜΕ, άρα δεν προκρίνεται) και 2) οι υποθέσεις αυτές να περαιώνονται κατά προτεραιότητα και με ενδεχόμενες ποινές για όσους τις κωλυσιεργούν. Είναι ζήτημα δημοκρατίας.

*Πολιτικός επιστήμονας