ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Κυριακή Μπεϊόγλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ηρθαν οι πρώτες βροχές στις πόλεις των ανθρώπων. Βροχές που σε καλούν να κλείσεις τα παράθυρα, να σκεφτείς τι έχασες, τι πήρες το καλοκαίρι που πέρασε. Σεπτέμβρης, μήνας των επανεκκινήσεων, των βαθύτερων σκέψεων, του συμμαζέματος των σπιτιών και των εαυτών. Σεπτέμβρης των απολογισμών.

Και των αποχαιρετισμών. Μας πήρε καλούς φίλους αυτό το καλοκαίρι. Στις παραλίες οι τουρίστες αποχαιρετούν την Ελλάδα της ουτοπίας τους, αυτή την Ελλάδα που στο μυαλό τους είναι πάντα καλοκαιρινή, μπλε και άσπρη, γεμάτη κυκλαδόσπιτα.

Η πρώτη βροχή μάς βρήκε ακόμα με βερμούδες και σανδάλια, να την κοιτάμε αμήχανοι πίσω από τις τζαμαρίες. Οι θαμώνες στο καφενείο κάνουν πλάκα μεταξύ τους «άντε και καλό χειμώνα». Πλησιάζω την παρέα των παλιών συναδέλφων του γυμνασιάρχη, για τον οποίο σας έγραψα κάποτε. Τον άνθρωπο που τον είχαν πάντοτε κεφαλή του τραπεζιού και τον πρόσεχαν σαν τα μάτια τους. Θυμάμαι είχαν κόψει το άρθρο από την εφημερίδα, το είχαν υπογράψει όλοι και μου το χάρισαν.

Σήμερα, το πρωί της βροχής, η καρέκλα του είναι άδεια. Κάποιος έγραψε σε ένα χαρτόνι «πρόεδρος» με κεφαλαία και το άφησε εκεί. Μπροστά της ένας καφές, διπλός ελληνικός νομίζω. Μιλάμε λίγο. Ο γυμνασιάρχης έφυγε ήσυχος, μου λένε. Και δεν κοιτιούνται μεταξύ τους. Τέτοιες μέρες του Σεπτέμβρη, στα πρωτοβρόχια, χιλιάδες δάσκαλοι, καθηγητές, γυμνασιάρχες ξεκλειδώνουν τάξεις, αναλαμβάνουν καθήκοντα. Ο γυμνασιάρχης μας άφησε την τάξη του πια. Ξεκουράζεται, μου λένε.

Μια παρέα πιτσιρικιών με καινούργιες σχολικές τσάντες στην πλάτη και μανάδες που κλείνουν ομπρέλες εισβάλλουν στο καφέ και κάνουν τους καθηγητές να χαμογελάσουν.

Βροχή, Σεπτέμβρης, σχολικές τσάντες πάνε μαζί. Μέρες δόξας των δασκάλων, πώς να μην τις επικαλούνται. Ετσι άρχισαν τις ιστορίες, έτσι ξέχασαν για λίγο την άδεια θέση.

Στο κεφάλι μου γυρίζει εκείνο το παλιό τραγουδάκι που μας μάθαιναν στο Δημοτικό: «Ψιχαλίζει! Ψιχαλίζει, στη μικρή μας την αυλή. Το φθινόπωρο αρχίζει, τ’ αγαπώ πολύ πολύ». Ενδιάμεσα παρεμβαίνει όμως ο ποιητής και σωπαίνει το παιδί, «πάντα η βροχή ήρεμη, σιωπηλή, τυλίγοντας τον κόσμο σ’ ένα γκρίζο, κουρελιασμένο πανί σαν ένα χέρι που το ’κοψαν και παν να το θάψουν. Ηρεμη, ταπεινή βροχή, γεμάτη συχώρεση». Μακάρι να ‘ναι έτσι, θαύματα να κάνει αυτή η εποχή των πρώτων βροχών που πλένει τις πόλεις των ανθρώπων.