Κανείς πλέον δεν παρατηρεί ολόγυρά του μήπως αναγνωρίσει κάποιον καταζητούμενο, δραπέτη, κατάσκοπο, καταχραστή ή κάποιον εξαφανισμένο ενήλικα ή παιδί. Αυτό μας θυμίζει ο Έντουαρντ Σνόουντεν στο αυτοβιογραφικό βιβλίο του «Permanent Record» που θα κυκλοφορήσει την Τρίτη και, δικαιολογημένα, αναμένεται με μεγάλο ενδιαφέρον.
Οπως διαβάζουμε στους «Νew York Times», ο Σνόουντεν, που σήμερα ζει με την παλιά αγαπημένη και νυν σύζυγό του σε ένα τριάρι στη Μόσχα, δεν αποκαλύπτει πολλά για τη ζωή του στην εξορία. Ευνόητοι οι λόγοι. Παραδέχεται όμως ότι όταν βρίσκεται σε δημόσιους χώρους, προσέχει ιδιαίτερα να μην τον αναγνωρίσουν «όμως στις μέρες μας όλοι είναι τόσο πολύ προσηλωμένοι στα κινητά τους που δεν μου ρίχνουν δεύτερη ματιά».
Είναι αυτονόητο ότι στο βιβλίο του ο Σνόουντεν αναφέρεται σε ζητήματα πολύ πιο σημαντικά από τη συμπεριφορά των χρηστών κινητού τηλεφώνου στους δημόσιους χώρους. Όμως η παρατήρησή του μου θύμισε ένα περιστατικό του οποίου ήμουνα μάρτυρας και μου έκανε βαθιά εντύπωση.
Βρίσκομαι στον Ηλεκτρικό. Στα δύο απέναντι καθίσματα κάθεται ένα νεαρό ζευγάρι. Η μητέρα κρατά στην αγκαλιά της ένα μωρό –δεν θα ’ναι μεγαλύτερο από 16-18 μηνών– που παίζει με το κινητό της. Προφανώς του το έχει δώσει για να κάτσει φρόνιμα, όπως θα του έδινε την πιπίλα. Το παιδάκι είναι χαριτωμένο και μια μέσης ηλικίας κυρία, που κάθεται δίπλα μου, του χαμογελά και προσπαθεί να τραβήξει την προσοχή του. Κροταλίζει τα δάχτυλά της, και το παιδί ρίχνει μια φευγαλέα ματιά στα κατακόκκινα, μακριά και περιποιημένα νύχια της. Απογοητευμένη η κυρία, κουνά το χρυσό μπρασελέ απ’ όπου κρέμονται μικροσκοπικά μπρελόκ που κουδουνίζουν όπως τα βραχιόλια της «Γερακίνας» του παλιού τραγουδιού. Το παιδί δείχνει παγερή αδιαφορία. Εκείνη βγάζει το βραχιόλι και το ακουμπά στο χεράκι του. Το παιδί κοιτάζει το βραχιόλι-παιχνιδάκι για μισό δευτερόλεπτο κι ύστερα στρέφεται ξανά στην οθόνη του κινητού.
Το μωρό του τρένου δεν παίζει απλώς: σκρολάρει, πατάει πλήκτρα, βυθίζεται.
Βυθίζεται όπως βυθίζονται εκατοντάδες εκατομμύρια ενήλικες στη Μόσχα, στην Αθήνα, παντού. Και το βύθισμα αυτό δεν σκοτώνει μόνο τη φαντασία, αλλά και την περιέργεια και το πνεύμα της περιπέτειας που είναι φυσιολογικό να διακρίνει ιδίως τους εφήβους και τους νέους. Ποιος ο λόγος να γυρέψουμε τη «δική μας» περιπέτεια όταν υπάρχουν αναρίθμητες ετοιμοπαράδοτες περιπέτειες στο διαδίκτυο;
O άνθρωπος γεννιέται περίεργος, λένε οι ψυχολόγοι, και πράγματι τα μικρά παιδιά εξερευνούν με πάθος το περιβάλλον τους. Τι συμβαίνει όμως όταν η πιο ενδιαφέρουσα πλευρά του περιβάλλοντός τους συρρικνώνεται σε μια οθόνη; Μήπως όμως και το δικό μας, το μεγαλίστικο περιβάλλον συχνά δεν συρρικνώνεται στον μικρόκοσμο των σόσιαλ μίντια; Καθώς μεγαλώνουμε, η περιέργειά μας για τον φυσικό κόσμο στομώνει και πολλές φορές γίνεται περιχαρακωμένη, προβλέψιμη και κατευθυνόμενη.
Έτσι, ακόμα και αν ο κύριος Έντουαρντ Σνόουντεν βρεθεί ανάμεσά μας, στο πεζοδρόμιο, στο τρένο, σε κάποιο καφέ, είναι πολύ πιθανό να μην του ρίξουμε δεύτερη ματιά, ούτε καν πρώτη.
