ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Γιώργος Παγούδης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τον θυμάμαι χρόνια τον κυρ Παναγιώτη. Με το αυτοσχέδιο μπαστούνι του, το δισάκι στον ώμο και το σκεπάρνι περασμένο στο υφασμάτινο ζωνάρι του, να κυκλοφορεί πάντα με τα πόδια.

Οικοδόμος αλλά και εργάτης στα περιβόλια, ξεκινούσε το πρωί και εκεί, μετά το μεσημέρι, αργά προς απόγευμα, επέστρεφε πάντα με τα πόδια από τη δουλειά. Και μετά δεν τον έβλεπε κανείς. Ούτε καν στους στάβλους που είχαν οι συγγενείς του και πουλούσαν το πιο φρέσκο και εύγευστο γάλα που έχω δοκιμάσει ποτέ.

Και μια ζωή ο ίδιος.

Σαν ο χρόνος να είχε κολλήσει πάνω του· εδώ και σαράντα χρόνια όλο αυτό το διάστημα έβλεπες έναν 70χρονο με μαντίλα στο κεφάλι, αξύριστο, με σκονισμένα ρούχα και γοργό βήμα, να διανύει αποστάσεις αδιανόητες ακόμα και για εμάς τα παιδιά τότε.

Κανείς δεν μιλούσε γι’ αυτόν. Το μόνο που ξέραμε ήταν ότι τύγχανε θείος ενός αγαπητού συμμαθητή από την πλευρά του πατέρα του.

Με τα χρόνια μάθαμε. Ο γέρος ζούσε μια ιδιότροπη ζωή. Για σπίτι του είχε ένα μισοτελειωμένο οίκημα χωρίς πόρτες και παράθυρα όπου, εκτός τον ίδιο, φιλοξενούνταν κότες, γάτες, ακόμα και αγελάδες. Εκείνο που βλέπαμε όταν πηγαίναμε στους στάβλους για φρέσκο γάλα και το νομίζαμε για βοηθητικό στάβλο.

Για φαγητό προφανώς φρόντιζαν οι συγγενείς του. Οι φήμες έλεγαν ότι δεν είχε χαλάσει ποτέ του ούτε ένα ευρώ, ότι τα λεφτά του τα έκανε χρυσές λίρες που τις έθαβε στη ρίζα της ελιάς και ότι όταν αποφάσισε να τα πάει στην τράπεζα, του έκαναν τεμενάδες όλοι οι διευθυντάδες των τραπεζικών υποκαταστημάτων στο νησί.

Ηταν όλα αλήθεια ή σχεδόν όλα.

Δεν πάνε πολλά χρόνια από τότε που στο ξέσπασμα της κρίσης ή και λίγο πριν, ο κυρ Παναγιώτης αποφάσισε να αποσύρει τις καταθέσεις του από εκεί που τις είχε και να τις μεταφέρει αλλού. Ποσό που μετρούνταν με εννέα μηδενικά να το θέλει όλο και απολύτως σε μετρητά!

Ο πανικός στην τράπεζα ήταν παροιμιώδης και χρειάστηκε ώρα μέχρι να μεταπειστεί.

Ιστορίες ατελείωτες που άγγιξαν τα όρια του μύθου για την κινητή αλλά και ακίνητη περιουσία του άρχισαν να κυκλοφορούν.

Μέχρι που μια μέρα οι εφημερίδες έγραψαν ότι πέθανε. Περιγράφοντας τη ζωή του και τις πραγματικά άθλιες συνθήκες στις οποίες διαβίωνε όλα αυτά τα χρόνια.

«Ξεχνώντας» βεβαίως να αναφέρουν ότι ο συγχωρεμένος είχε ανίψια τα οποία ασφαλώς θα τον κληρονομήσουν, αν δεν έχει συμβεί ήδη. Αντίθετα, προτίμησαν τους εντυπωσιακούς τίτλους περί εκατομμυριούχου που πέθανε χωρίς κληρονόμους και άλλα τέτοια φαιδρά.

Προσδοκώντας ίσως κάποια εφήμερα κέρδη από τον θάνατο του ανθρώπου αυτού.

Με λίγα λόγια, καταφέρνοντας να τον ξεπεράσουν σε συμπεριφορά που, κάτι μου λέει, θα ζήλευε και ο ίδιος ο συγχωρεμένος…