ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Σπύρος Τζόκας*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ετσι έγινε και τα δύο χέλια πορεύτηκαν κοντά κοντά, και φτάσανε στο βάθος του μακρινού ωκεανού. Πολλούς συντρόφους χάσανε στον δρόμο σε μάχες που κάμανε με άλλα ψάρια. Οι δύο σύντροφοι, όμως, δεν πάθανε τίποτα, γιατί ο ένας βοηθούσε τον άλλο. Σαν κατέβηκαν στον τόπο όπου θα γονιμοποιούσαν, στον βυθό, διαλέξανε ένα μέρος στη ρίζα του κοραλλιού και κάμανε τη φωλιά τους.

Ερωτευτήκανε γλυκά. Το αρσενικό χέλι ακουμπούσε πότε πότε στο σώμα της γυναίκας του κι όταν άκουγε χτύπους:

«Ηρθαν;» ρωτούσε. «Είναι τα παιδιά μας;»

«Οχι», του έλεγε εκείνη. «Οχι ακόμα. Αυτός ο χτύπος είναι η φωνή του τόπου μας». Μα σαν ήρθαν μέσα της τα παιδιά, οι χτύποι μπερδεύτηκαν. Και τότε πια μήτε αυτή ήξερε να τους ξεχωρίσει. Δεν ξεχώριζε τον ήχο της νοσταλγίας για τον τόπο που άφησε από τον καρπό της. Ηταν ο συνδετικός κρίκος, ο ήχος που έμενε, όταν η μνήμη είχε χαθεί.

Η γλυκιά αυτή νοσταλγία στην προσφυγική μας γειτονιά ήταν πιο έντονη το κατακαλόκαιρο, όταν οι θύμησες της θάλασσας μας κυρίευαν. Και το ζούσαμε εμείς τα παιδιά το καλοκαίρι. Θέλαμε πάντα να μείνουμε έξω, κοντά στη γη, απροφύλακτοι τις ώρες του μεσημεριού. Τις ώρες που ο ήλιος έκαιγε, όταν η εποχή ζούσε τις μεγάλες στιγμές της. Ετσι καταλαβαίναμε το καλοκαίρι, ένα μόριο απ’ την ύλη, απ’ το χώμα, απ’ τα φύλλα, απ’ τις πέτρες που μη μπορώντας να τραβήξουν μέσα τους όλο το φως το στέλνουν πίσω με σπασμό που δέρνει την επιφάνειά τους. Παίξαμε πολύ, στις αυλές, στον Αράπη, φτιάχναμε κόσμους, ιστορίες. Και τα βράδια σκαρφαλώναμε στη μάντρα της Αιολίας, εκεί πίσω απ’ το Χάραμα, για να δούμε το έργο τσάμπα, γιατί δεν είχαμε λεφτά για εισιτήριο.

Και στην κάψα αυτή ερωτευόμασταν σαν δίδυμα φεγγάρια. Στο κορίτσι άρεσαν τα άστρα και η θάλασσα. Πάντα της άρεσε να κοιτάζει τα άστρα. Οταν, όμως, στο σχολείο έμαθε κοσμογραφία άρχιζε να κατεβάζει τα άστρα στο χαρτί και να μετρά τις αποστάσεις τους. Και η θάλασσα! Ελεγε ότι εγώ θέλω να έχω ένα μεταξένιο κόκκινο φόρεμα. Σα μεγαλώσω θα φορώ όλο κόκκινα χρώματα. Θα φορώ λουλούδια αλυγαριάς στα μαλλιά μου. Τα μαλλιά μου κάνουν κύματα. Θα βάζω μέσα στα κύματα τα λουλούδια της αλυγαριάς.

Εγινε όμως έτσι; Το κορίτσι παντρεύτηκε, ξέχασε την κοσμογραφία, πού και πού, στο βαθύ της όνειρο μέτραγε τα άστρα και τα νεφελώματα και τότε νόμιζε ότι μπορεί να τα πιάσει. Ετσι έγιναν; Ισως. Ισως όχι. Η ιστορία των δίδυμων φεγγαριών έχει παραλλαγές. Κατακαλόκαιρο και σκέψεις, νοσταλγίες, μνήμες ανάκατες, μπερδεμένες στο μυαλό και στην καρδιά. Ανθρώπινες, σαν τη γειτονιά μας, ανακόλουθες σαν την πορεία μας, αληθινές, σαν την ψυχή μας, που θέλουμε να πιστεύουμε ότι δεν βρόμισε από τους τόσους συμβιβασμούς.