Υπάρχουν πρόσωπα της παιδικής ηλικίας που μένουν στη μνήμη σαν πρόσωπα μη υπαρκτά, μορφές φτιαγμένες από άμμο, εύθραυστες. Η μνήμη όμως είναι ένα έπαθλο παρηγοριάς για τον καθημερινό θάνατο των ημερών, το μέρος όπου καταφεύγουμε για να ξαναγράψουμε και να διορθώσουμε την ιστορία της ζωής μας. Και –γιατί όχι;– ίσως δώσουμε στον εαυτό μας μία ακόμη ευκαιρία. Ισως τελικά αυτό να ποθούμε όλοι: μία ακόμη ευκαιρία.
Οι συμπατριώτες της, όσους ήξερα δηλαδή, αναφέρονταν πάντοτε σε αυτήν βάζοντας μπροστά το επίθετο «καημένη». Καημένη Μ. Τα χρόνια περνούσαν, και όλοι είχαν μια ιστορία να διηγηθούν για τη Μ., ένα πλάσμα καλόκαρδο και εύπιστο, που έβλεπε πάντα τη φωτεινή πλευρά της ζωής. Τη θυμάμαι πάντα καλοκαίρι. Σε ένα πεζούλι της πλατείας. Φαινόταν να αιωρείται πάνω από τη ζωή, ανίκανη να πατήσει στο έδαφος, να κινηθεί στην ίδια τροχιά με τους άλλους. Ως παιδί την απέφευγα, ίσως γιατί ένιωθα πως στεκόταν στην άκρη του γκρεμού της ζωής και κοιτούσε τον κόσμο κάτω άλλοτε με φόβο και άλλοτε με λαχτάρα. Δεν ήξερα πώς να το εξηγήσω. Την αγνοούσα και συνέχιζα το παιχνίδι. Ενα άλλο παιδί μού είπε μια μέρα: «Μην ασχολείσαι, είναι… “πειραγμένη”». Και έκανε τη χαρακτηριστική περιστροφική κίνηση του δαχτύλου στον κρόταφο. Ετσι, η Μ. ήταν σαν ένα γυμνό ηλεκτροφόρο καλώδιο που την αποφεύγαμε όλα τα παιδιά. Νομίζω και οι μεγάλοι. Τότε ήταν που μου πέρασε πρώτη φορά από το μυαλό πως «οι μεγάλοι» φοβούνται κι αυτοί, φοβούνται… αυτό που δεν ξέρουν. Το διαφορετικό.
Τη θυμόμουν πάντα νέα. Ετσι, όταν αυτό το καλοκαίρι γύρισα και την είδα πάλι να κάθεται στο πεζούλι της πλατείας, ηλικιωμένη πια, μου φάνηκε πως γέρασε και η πλατεία μαζί, και το χωριό, και ξαφνικά ο κόσμος όλος. Δεν ξέρω αν ήταν από τύψεις, από ενοχές, πάντως πήγα και κάθισα δίπλα της. Ετρωγε πασατέμπο. Οπως πάντα κοίταγε κάπου που εγώ δεν έβλεπα. Εβλεπα όμως πως το μέρος όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε, την αγκάλιαζε με έναν τρόπο που δεν το έκαναν οι άνθρωποί του. Ας πούμε, το μεγάλο δέντρο, ένας γηραιός πλάτανος, είχε γείρει ελαφρώς, κι ένα κλαδί του άγγιζε σχεδόν τον ώμο της. Γύρω από το πεζούλι τιτίβιζαν πουλιά. Και μια τριανταφυλλιά λευκή από αυτές τις κοντούλες είχε ανθίσει πίσω από το πεζούλι. Δυο στρουμπουλές γάτες στα πόδια της έτρωγαν κι αυτές από τα σποράκια της. Η Μ. ανάμεσά τους δεν έμοιαζε καθόλου «καημένη», ήταν η Κυρία της πλατείας αυτής. Αυτό ήθελα να σας πω. Εμοιαζε σαν μια κυρά αρχόντισσα ενός τόπου άλλου, που εμείς δεν ξέρουμε και δεν θα βρούμε ποτέ. Μόνο τα ιδιαίτερα πλάσματα μπορούν να τον δουν, ζουν εκεί και… διόλου δεν νοιάζονται για το τι πιστεύουμε εμείς γι’ αυτά. Στον κόσμο της φύσης έχουν βρει μια περίοπτη θέση, ένα δικό τους βασίλειο.
