ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιάννης Γούναρης*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μια από τις φράσεις που έχει χρησιμοποιηθεί με τη μεγαλύτερη συχνότητα στον δημόσιο διάλογο περί των ευρωπαϊκών θεμάτων κατά τις πρώτες δύο δεκαετίες του 21ου αιώνα είναι ότι «η Ευρώπη βρίσκεται σε σταυροδρόμι».

Πράγματι, φαίνεται ότι η Ευρώπη βρίσκεται σε σταυροδρόμι τουλάχιστον από την εποχή της αλήστου μνήμης Συνέλευσης που οδήγησε στο σχέδιο Συντάγματος, το οποίο με τη σειρά του απορρίφθηκε το 2005, για να δώσει τη θέση του στη Συνθήκη της Λισαβόνας.

Οπωσδήποτε, 15 και πλέον έτη είναι υπερβολικά πολύς χρόνος για να βρίσκεται οποιοσδήποτε σε ένα σταυροδρόμι, δηλαδή σε μια μεταβατική φάση περισυλλογής και απόφασης για την κατεύθυνση που προτίθεται να ακολουθήσει.

Μάλιστα, θα έλεγε κανείς ότι αυτό ακριβώς είναι το θεμελιώδες πρόβλημα που αντιμετωπίζει η Ευρώπη: μια μόνιμη κατάσταση μετεωρισμού, από την οποία αδυνατεί -ή είναι απρόθυμη- να διαφύγει.

Υστερα από μια ήδη δεκαετή και πλέον παρακμή των ευρωπαϊκών θεσμών, η Ε.Ε. πορεύεται προς τις ευρωεκλογές με μια ευρωζώνη που κάθε άλλο παρά έχει θεραπεύσει τις εγγενείς ανωμαλίες της κατασκευής της, με την τραυματική εμπειρία του Brexit, με μια πρωτοφανή μεταπολεμικά μεταναστευτική και προσφυγική κρίση και με μια δραματική άνοδο της Ακροδεξιάς σε πανευρωπαϊκό επίπεδο. Κάθε άλλο παρά δίνει την εντύπωση ενός στιβαρού και -το σημαντικότερο- δημοκρατικά νομιμοποιημένου θεσμικού συστήματος, ικανού να ανταποκριθεί σε αυτές τις προκλήσεις.

Εάν υπάρχει περιθώριο να ανακοπεί αυτή η διαδικασία αποσύνθεσης σε αργή κίνηση, η μόνη πολιτική δύναμη που μπορεί να προτείνει, να διεκδικήσει και να εφαρμόσει μια εναλλακτική και βιώσιμη στρατηγική είναι η Αριστερά, ως καταλύτης μιας πανευρωπαϊκής προοδευτικής συμμαχίας.

Η Αριστερά που από πολύ νωρίς είχε εντοπίσει τα ευρωπαϊκά αδιέξοδα, είχε προειδοποιήσει σε όλους τους τόνους ότι η βίαιη επιβολή του νεοφιλελευθερισμού και της λιτότητας στις ευρωπαϊκές κοινωνίες θα είχε καταστροφικές συνέπειες για το ίδιο το ευρωπαϊκό οικοδόμημα και είχε καταθέσει ιδέες και προτάσεις για μια άλλη πορεία.

Ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίστηκαν από το ευρωπαϊκό κατεστημένο αυτές οι προτάσεις, ιδίως όταν ο ΣΥΡΙΖΑ ανέλαβε τη διακυβέρνηση στη χώρας μας και διεκδίκησε μια νέα συμφωνία, όχι μόνο για την Ελλάδα, αλλά συνολικά για την ευρωζώνη, είναι, πλέον, αντικείμενο ιστορικής καταγραφής. Είναι, όμως, και ένα πολύτιμο δίδαγμα, όσον αφορά τα ρεαλιστικά περιθώρια ριζικών αλλαγών στην υφιστάμενη δομή της ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής, τουλάχιστον με τη σημερινή της μορφή.

Ανεξάρτητα, όμως, από αυτό, για την Αριστερά η διεκδίκηση μιας άλλης Ευρώπης, δημοκρατικής, κοινωνικά δίκαιης και αλληλέγγυας, το αίτημα για την επανίδρυση της Ευρώπης σε νέες βάσεις και με νέα θεσμικά σχήματα συνεχίζει να είναι μονόδρομος.

Δεν μπορεί η Αριστερά να επιτρέψει στον φασισμό και τον ρατσισμό να νεκραναστηθούν στην ευρωπαϊκή ήπειρο, οδηγώντας σε μια νέα έξαρση των εθνικισμών που τόσο ακριβά έχει πληρώσει η Ευρώπη στη μακραίωνη ιστορία της. Ομοίως, δεν μπορεί να επιτρέψει στην ευρωπαϊκή Δεξιά που ομνύει στο όνομα του status quo να σφετεριστεί τον τίτλο της «φιλοευρωπαϊκής παράταξης», πολύ περισσότερο όταν ο περίφημος «ευρωπαϊσμός» που πρεσβεύει έχει αποδειχθεί κούφιος, επιφανειακός και κάλπικος.

Είναι ολοφάνερο ότι το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα δεν έχει να πει απολύτως τίποτα για τα μεγάλα προβλήματα που έχουν μπροστά τους οι Ευρωπαίοι. Και τι θα μπορούσε, αλήθεια, να πει η Δεξιά για το μέλλον της Ευρώπης, όταν τοποθετεί ως προμετωπίδα μια ασημαντότητα όπως ο Μάνφρεντ Βέμπερ, μια από τις πιο αντιδραστικές πολιτικές φυσιογνωμίες της Ευρώπης σήμερα;

Ποιο ευρωπαϊκό όραμα δημοκρατίας και αλληλεγγύης μπορεί να προτείνει, όταν υπερασπίζεται την Ευρώπη-Φρούριο περικυκλωμένη από αγκαθωτό συρματόπλεγμα και ενστερνίζεται την ατζέντα και τη ρητορική της Ακροδεξιάς, κατηγορώντας κάθε εναλλακτική φωνή για «λαϊκισμό», μολονότι είναι πλέον σαφές ότι ο ακροδεξιός λαϊκισμός τρέφεται από τον νεοφιλελευθερισμό, αναπτύσσοντας μια συμβιωτική, παρασιτική θα λέγαμε, σχέση μαζί του;

Η Αριστερά, λοιπόν, μπορεί και οφείλει να επεξεργαστεί μια ολοκληρωμένη ευρωπαϊκή πρόταση, δίνοντας σάρκα και οστά στην ιδέα της Ευρώπης των Λαών ως διεξόδου από το σημερινό τέλμα. Μια πρόταση που δεν περιγράφει απλά τους στόχους της, αλλά και τα πολιτικά, θεσμικά εργαλεία, με τα οποία προτίθεται να τους πετύχει.

Με άλλα λόγια, μια νέα θεσμική αρχιτεκτονική για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, η οποία θα απαντά στα θεμελιώδη ευρωπαϊκά ερωτήματα: Θα ακολουθήσει το κλασικό φεντεραλιστικό μοντέλο του Σπινέλι ή ένα περισσότερο ευέλικτο σχήμα, διαρθρωμένο σε τρία επίπεδα, περιφερειακό, εθνικό και υπερεθνικό, με βάση μια λειτουργική ανάγνωση της αρχής της επικουρικότητας;

Είναι δυνατή ή ευκταία η δημοκρατική νομιμοποίηση και η θεσμική δόμηση της Ευρώπης μέσα από τη διαμόρφωση ενός υπερεθνικού ευρωπαϊκού δήμου ή προκρίνεται ένα σχήμα όπου ο λαός παραμένει σύμφυτος με την εσωτερική συνταγματική τάξη κάθε κράτους, χωρίς αυτό να αποκλείει οριζόντιες δικτυώσεις και πανευρωπαϊκές πολιτικές συσπειρώσεις πάνω σε ταξικές και ιδεολογικές βάσεις;

* δικηγόρος, διδάκτορας Νομικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, κάτοχος LLM από το London School of Economics