ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Δημήτρης Νανούρης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Φήμες τον θέλουν στενά συνδεδεμένο με τον Μιχαήλ Μπακούνιν και ένθερμο κομμουνάριο στο Παρίσι το 1871. Αντιγράφω από το Αναρχικό Λεξικό του Γιάννη Φούντα (Εκδόσεις των Συναδέλφων, 2014): «Αβλιχος Μικέλης. Κεφαλλονίτης σατιρικός και λυρικός ποιητής, σύγχρονος και σχεδόν εφάμιλλος, σύμφωνα με πολλούς, του Ανδρέα Λασκαράτου. Γεννημένος το 1844 [σ.σ. σαν σήμερα] στο Ληξούρι από εύπορους γονείς θα τελειώσει το Πετρίτσειο Γυμνάσιο και θα συνεχίσει τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο της Βέρνης, όπου ήρθε σε επαφή με τα νεωτερικά ριζοσπαστικά ρεύματα και ενστερνίστηκε τις αναρχικές κοινωνικές απόψεις».

Το 1872 επέστρεψε στο Ληξούρι, όπου έζησε με μηδαμινά διαλείμματα ώς τον θάνατό του τον Νοέμβριο του 1917. Οι αφορισμοί και οι ατάκες του έγραψαν ιστορία: Περιγελούσε κάποτε ταβερνιάρη που έγινε παπάς: «Με την κανάτα δεν τον εσύφερνε να το πωλεί, με το κουταλάκι τονε συφέρνει». Οταν κληρώθηκε ένορκος σε δικαστήριο κατατρόπωσε τους άλλους ενόρκους. «Ιδού, κύριοι, οι κλέφτες να κρίνουμε τους κλεμμένους». Στο ξόδι γνωστού γιατρού του Αργοστολίου οι τεθλιμμένοι φίλοι διερωτώντο γιατί ήταν τόσο λίγοι οι παριστάμενοι. Ο Αβλιχος κατέθεσε επιγραμματικά την εκδοχή του: «Για τον γιατρό που πέθανε/ ολίγοι στη κηδεία/ την έστειλε για υποδοχή/ μπροστά τη πελατεία». Ακολουθεί δεινό δείγμα στίχων του:

ΜΟΧΘΗΡΟΣ ΨΕΥΤΟΦΙΛΟΠΑΤΡΙΣ Το πρόσωπό του εκείνο το γιωμένο,/ που της καρδιάς του δείχνει τη σκουριά,/ το γέλιο το κρυφό και λυσσιασμένο,/ που η δυστυχία των άλλων του γεννά,// το φθονερό του μάτι το σβυσμένο,/ που δείχνει βουλιμία για συμφορά,/ μας εξηγούν γιατ’ είναι διψασμένο/ το αχείλι του και πόλεμο ζητά.// Ζητάει να ιδή στα μαύρα φορεμένους/ πατέρες και μανάδες που μισεί/ να τους ιδή στα δάκρυα τους πνιγμένους,// θα ’ναι δροσιά στην έρμη του ψυχή./ Για τούτο υπέρ πατρίδος σκούζει, κράζει,/ όρνιο που για κουφάρια αναστενάζει.

ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΕΩΣ Την Κόλαση με εικόνες να στολίση/ εμπείκε στου Διαόλου το κεφάλι/ και γύρισε τον κόσμο να ζητήση/ πρόσωπα, που ν’ αρμόζη εκεί να βάλη.// Μα πουθενά δεν ηύρε να εχτιμήση/ κακίας βάθος, που να κάνη ζάλη/ σαν στην Κεφαλλωνιά και ν’ αγαπήση/ ψυχές σατανικές, φρικώδη κάλλη…// Κι αγγάρεψε κι εμέ, φτωχό ζωγράφο,/ που κάπου είχε δική μου δει δουλειά,/ για της Πινακοθήκης του τεχνίτη./ Γι’ αυτό με πίσσα και με θειάφι γράφω/ κι η Μούσα μου στον άχαρο Μπελιά/ με την κακή μου τύχη κλαίει και φρίττει.

ΕΡΩΤΙΚΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ Η χθεσινή μαζί σου τσακωμάρα/ μ’ έκαμε τη ζωή να βαρεθώ/ και μου ’ρθε και στο νου να σκοτωθώ,/ χωρίς ν’ ακούσω στην καρδιά τρομάρα.// Κι είπα· στον τάφο δεν είναι λαχτάρα!/ και μέσα στην πολλή μου σαστισμάρα/ επήρα το ξουράφι να σφαώ/ και το ’χα να το χώσω στο λαιμό,/ για να τελειώσει κάθε φαωμάρα.// Μα δεν ηξαίρω πώς και τι και ποιο/ κι αντίς να κάμω τέτια αντραγαθία/ εβάρτηκα με μιας να ξουριστώ.// Κι εκόπασε και τούτη η τρικυμία/ κι αντίς να μ’ αγροικήσεις σκοτωμένονε/ θα ’ρτω να με φιλήσεις ξουρισμένονε!