ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γεράσιμος Προδρομίτης*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μετά την ψήφιση της Συμφωνίας των Πρεσπών και τα όσα ακολούθησαν σημειώνονται αναμενόμενες (και κοινωνιοψυχολογικά τουλάχιστον απόλυτα εξηγήσιμες) απόπειρες αυτοπροσδιορισμού/επαναπροσδιορισμού των ορίων ταυτότητας των πολιτικών χώρων στην προσπάθειά τους να επιτύχουν τη βέλτιστη διακριτότητα τόσο προς «καθαρούς» αντιπάλους όσο και προς όμορους -και ως εκ τούτου προνομιακά- ανταγωνιστικούς χώρους.

Το ενδιαφέρον σε αυτή την αναστάτωση που βιώνει το πολιτικό σκηνικό είναι πως εισάγεται εκ νέου στον δημόσιο διάλογο η κλασική και πολύπαθη διάκριση «Αριστερά – Δεξιά». Το ενδιαφέρον βρίσκεται ακριβώς στο ότι η εν λόγω διάκριση έχει αποτελέσει κατά καιρούς σημείο ακραίων αντιφάσεων: άλλοτε θεωρείται «ξεπερασμένη» και αδόκιμη να περιγράψει έγκυρα το πολιτικό πεδίο, άλλοτε προβάλλεται ως ο ζωτικός άξονας τοποθέτησης, κατάταξης και ιεράρχησης πολιτικών χώρων, θέσεων, αξιών, αλλά και προσώπων.

Δεν μπορεί να μην αναγνωρίσει κανείς τη σύγχυση που έχει προκληθεί εδώ και πολλά χρόνια στην Ελλάδα και διεθνώς λόγω αντιμεταθέσεων, αλλοιώσεων και εμπλουτισμού περιεχομένων θέσεων και αρχών, που κατέστησαν την κλασική αυτή διάκριση σημείο αμφιλεγόμενο.

Σταχυολογώντας πρόχειρα μερικές, θα αναφέραμε την ελεύθερα παρεχόμενη υποταγή της σοσιαλδημοκρατίας στον νεοφιλελευθερισμό, την αναγκαστική υποταγή αριστερών χώρων σε νεοφιλελεύθερες επιταγές, τον εμπλουτισμό των θεμελιωδών αξιών, που εισηγείται καθένας από τους δύο πόλους (η ισότητα ως αναγκαία συνθήκη της χειραφέτησης για την Αριστερά, η αξία της ατομικής ελευθερίας, όπως υλοποιείται στο πεδίο της οικονομικής δραστηριότητας για τη Δεξιά), με νέα σχήματα αυτοκατανόησης και ρύθμισης των ατομικών επιλογών ζωής, που σχετίζονται με ατομικές στρατηγικές ρύθμισης του ιδιωτικού βίου αναπαράγοντας και διαχέοντας τη νόρμα της ηθικής ελευθεριότητας και αυτοδιάθεσης ενάντια στον πολιτισμικό συντηρητισμό.

Σε ένα τέτοιο πλαίσιο σκεπτικισμού και αμφιταλάντευσης, η άρνηση τοποθέτησης στην κλίμακα αυξήθηκε δραματικά, όπως πιστοποιεί η ερευνητική μας εμπειρία και δραστηριότητα. Το γεγονός αυτό, μαζί με την πάντα πλειοψηφική τοποθέτηση στο Κέντρο, ως αναπαραστασιακά συγκροτούμενο πεδίο «μεσότητας», «μετριοπάθειας», «σύνεσης» και «αποφυγής της ακρότητας», καθιστά εκ νέου τη διάκριση Αριστεράς – Δεξιάς, ως αυτεπίστροφο διακύβευμα πολιτικού αυτοπροσδιορισμού και ιδεολογικής αντιπαράθεσης ατόμων και ομάδων, ένα άκρως ενδιαφέρον ερευνητικό αντικείμενο.

Πράγματι, όταν οι δημοσκοπήσεις (και κυρίως οι μιντιακοί τους χρήστες και ανακυκλωτές) πάψουν να ασχολούνται αποκλειστικά με την πρόθεση ψήφου, την παράσταση νίκης και την καταλληλότητα για πρωθυπουργός, καλό θα ήταν να αποπειραθούν να διαγνώσουν αναπαραστασιακές επεξεργασίες και αξιοθετήσεις της λεγόμενης κοινής γνώμης για ζητήματα όπως το πώς τοποθετούν κόμματα και πρόσωπα στην κλίμακα οι πολίτες, ποιες συγκεκριμένες απόψεις και στάσεις -αναφορικά τόσο με τη ρύθμιση της δημόσιας σφαίρας όσο και με τη διευθέτηση του ιδιωτικού βίου- πιστεύουν και αναπαράγουν όσοι τοποθετούνται σε διάφορα σημεία της κλίμακας αλλά και όσοι αρνούνται να τοποθετηθούν και κυρίως ποια είναι η οπτική τους πάνω στην εγκυρότητα της καθαυτό διάκρισης: Εκφράζει διαφορές στις βασικές κοινωνικές αξίες τις οποίες ασπάζεται κάθε πολιτικός χώρος;

Αντιστοιχεί σε παλαιότερες εποχές; Αποτελεί την πολιτική έκφραση διαφορών μεταξύ ομάδων διαφορετικού κοινωνικο-οικονομικού επιπέδου; Αδυνατεί να εκφράσει τις σύγχρονες διαφοροποιήσεις στη διαστρωμάτωση των σύγχρονων κοινωνιών; Εκφράζει την ψυχοσύνθεση ανθρώπων που ανήκουν σε διαφορετικούς πολιτικούς χώρους; Προκαλεί σύγχυση, δεδομένου ότι «αριστερές» και «δεξιές» απόψεις υποστηρίζονται και από τα δύο κόμματα εξουσίας;

Ενώ υπάρχει, δεν γίνεται αποδεκτή από κόμματα που τοποθετούνται στον δεξιό χώρο; Ενώ δεν υπάρχει, συντηρείται από διάφορα κόμματα της Αριστεράς; Από τέτοιες ερωτήσεις (που έχουν αποτελέσει συστατικά των ερευνητικών μας εργαλείων κατά το παρελθόν) και άλλες παρόμοιες έχει κανείς πράγματι να μάθει πολλά, απαντώντας και ερωτήματα που είναι ταυτόχρονα επιστημονικά και πολιτικά: πώς οι πολίτες διαπραγματεύονται τη σχέση τους με τα κόμματα και τα πρόσωπα ταυτοτικά και ιδεολογικά;

Είναι σίγουρο ότι το «Κέντρο» αποτελεί καθ’ ολοκληρίαν το βασίλειο της μετριοπάθειας και της ανεκτικότητας; Η άρνηση τοποθέτησης στην πολιτική κλίμακα ισούται με ιδεολογικό κενό; Είναι έγκυρος δείκτης απόλυτης αποπολιτικοποίησης; Ποια η έκταση χώρων που από άλλο δρόμο από ό,τι ο συνήθης απορρίπτουν τη διάκριση (όπως π.χ. η Αναρχία); Ποια τα ιδεολογικά και αξιακά υποκρυπτόμενα του κυνικού ατομικιστικού αποϊδεολογικοποιημένου πραγματισμού;

Θα είχε πολλά ενδεχομένως να κερδίσει ο δημόσιος επιστημονικός και πολιτικός διάλογος γύρω από μια διάκριση που, είτε το θέλουμε είτε όχι, συνιστά μια ιστορικά ανθεκτική (τουλάχιστον ως προς τη δομή της) οργανωτική αρχή διαμόρφωσης διαφορετικών οπτικών θέασης της κοινωνίας και θεμέλιο τεκμηρίωσης και ιεροποίησης προταγμάτων ατομικής και συλλογικής δράσης, αλλά και μια ενεργό διάσταση δι-ομαδικών διακρίσεων του κοινωνικού πεδίου. Με την έννοια ότι γύρω απ’ τους πόλους της αυτοπροσδιορίζονται, περιχαρακώνονται και σχετίζονται μεταξύ τους ατομικά και συλλογικά υποκείμενα με πραγματική υπόσταση και μνήμη.

Εν τέλει η διάκριση αυτή, όπως και αν τοποθετείται κανείς απέναντί της, είναι ένα ρεπερτόριο σχημάτων κατανόησης του κόσμου και του εαυτού, ένα απόθεμα ιδεολογικών αναφορών και εξιδανικεύσεων. Αλλοτε μέσω προσηλώσεων, ενίοτε καθηλώσεων, συχνότερα εκλογικεύσεων, οι πολιτικοί δράστες, στεγασμένοι ή ανέστιοι, ως ιδιοκτήτες ή ενοικιαστές, φιλοξενούμενοι ή σφετεριστές, επιχειρούν να σώσουν την ψυχή τους μπροστά στη μέρα τη φοβερή της κρίσης, εκείνη των εκλογών.

*αναπληρωτής καθηγητής Πειραματικής Κοινωνικής Ψυχολογίας Παντείου Πανεπιστημίου