Αν υπάρχει κάτι που κάνει τους πολιτικούς να ξεχωρίζουν είναι η ευκολία που τους διακρίνει στο να πετούν τις ευθύνες από πάνω τους. Συμπεριφέρονται με έναν τρόπο που σε κάνει να αναρωτιέσαι αν κινούνται με βάση κάποιο… «εγχειρίδιο».
Ετσι, όταν οι άνθρωποι βγουν στους δρόμους για να διαμαρτυρηθούν, αξιοποιούν τη γλώσσα της σιωπής. Αν αυτό δεν πιάσει, τότε ανασύρουν την «ευαισθησία». Ανακαλύπτουν -στα λόγια- λάθη, παραλείψεις, αδικίες, που τα αποδίδουν στη φιλοπατρία και στην ευθύνη στις επόμενες γενιές. Αν το ακροατήριο δεν πεισθεί με τα λόγια, τότε η «ευαισθησία» αρχίζει να γίνεται έμπρακτη. Η ιστορία βρίθει πολιτικών που για να εξευμενίσουν τους ξεζουμισμένους πολίτες-υπηκόους, τους μοίραζαν τα «ψίχουλα» από τη φραντζόλα που τους είχαν αρπάξει.
Το τρίτο τρικ υλοποιείται είτε ταυτόχρονα με τα δύο προηγούμενα είτε αυτόνομα. Εμπνευσμένο από την παροιμία «Κι ο άγιος φοβέρα θέλει», έχει χτιστεί πάνω στα πάθη και στις αδυναμίες. Αξιοποιεί τον διχασμό, την ανασφάλεια και τον φόβο που γεννά το άγχος τού «μετά». Χειραγωγεί την «επόμενη μέρα» για να ξετρυπώσει τις φοβίες που προκαλούν οι αύρες, τα ΜΑΤ, οι σπασμένες βιτρίνες, το περιεχόμενο της τσέπης, η αναρχία…
Συστατικό της επιτυχίας, το περιεχόμενο και η δομή του λόγου. Πρέπει να είναι ταυτόχρονα: γενικόλογος ώστε ο καθένας να αναγνωρίζει τον εαυτό του, ασαφής για να μην εκθέτει το σύστημα, αφηρημένος για να μην αναλαμβάνει δεσμεύσεις, αρκούντως ακατάληπτος ώστε να αφήνει να καλλιεργηθούν προσδοκίες και αδιόρατα απειλητικός.
Αν μελετήσει κανείς τον τρόπο με τον οποίο οι Ευρωπαίοι ηγέτες -από το 2008 μέχρι σήμερα- αντιμετώπισαν τις κρίσεις, θα ανακαλύψει λίγα ή πολλά από αυτά τα στοιχεία. Ομως ο κ. Μακρόν με τα «κίτρινα γιλέκα» τους ξεπέρασε όλους. Εφάρμοσε κατά γράμμα το «εγχειρίδιο». Σιώπησε, απείλησε, έδωσε ψίχουλα, έκανε επίκληση στον πατριωτισμό, απέφυγε να μιλήσει για ευθύνες -τις δικές του και των προκατόχων του- και δεν είπε το παραμικρό για το «κακό»: το Σύμφωνο Σταθερότητας.
Αλλά τι άλλο θα έλεγε; Για την αποβιομηχανοποίηση; Για τη συρρίκνωση της γεωργίας και της κτηνοτροφίας; Για τις ξένες πολυεθνικές που έχουν διεισδύσει στη γαλλική οικονομία και έχουν πάρει τον έλεγχο ακόμα και των… γαλλικών τυριών; Για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις; Αν μιλούσε γι’ αυτά, θα ήταν σαν να αρνιόταν τον εαυτό του.
Αλλά το ίδιο δεν συμβαίνει και με τους δικούς μας; Αναγνωρίζουν τα δεινά, αλλά κανείς δεν έχει ευθύνες, λες και το σημερινό χάλι είναι κάτι μεταφυσικό. Ακολουθώντας και αυτοί το «εγχειρίδιο», δεν σκαλίζουν, για να παρακάμψουν δυσάρεστες και επώδυνες -γι’ αυτούς- αλήθειες. Δηλαδή ότι η σημερινή κρίση θα είχε αποφευχθεί αν οι προ του Μνημονίου ηγεσίες είχαν αντιδράσει και αν οι μνημονιακές κυβερνήσεις είχαν τα αντίδοτα στα φαρμάκια των δανειστών.
Από το 1991 μέχρι το 2011 χάθηκαν πάνω από μισό εκατομμύριο θέσεις εργασίας στη γεωργία (299.000) και στη μεταποίηση (193.000). Η χώρα μετατράπηκε σε οικονομία υπηρεσιών (η απασχόληση από 889.000 το 1991 έφτασε στο 1.317.000 το 2011). Η διατροφική επάρκεια ανατράπηκε και η αποβιομηχανοποίηση ήταν η νέα πραγματικότητα. Κλάδοι ολόκληροι όπως η κλωστοϋφαντουργία εξαφανίστηκαν (το 1995 απασχολούσε 109.000 ανθρώπους και το 2017 29.000) και εμβληματικές βιομηχανίες αφελληνίστηκαν. Χιλιάδες θέσεις εργασίας θυσιάστηκαν στον βωμό της ψηφιοποίησης και του ελεύθερου εμπορίου.
Στο όνομα της παγκοσμιοποίησης οι ρυθμιστικές αρχές έπαψαν να προστατεύουν αυτούς που τις είχαν ανάγκη. Οι «φούσκες» πολλαπλασιάστηκαν χαρίζοντας αποταμιεύσεις, περιουσίες και εισοδήματα της μεσαίας τάξης και των χαμηλών στρωμάτων στους «επενδυτές». Η συστηματική φορολογική επιδότηση των οικονομικών ελίτ μετατράπηκε σε εθνικό στόχο. Η εργασιακή νομοθεσία θυσιάστηκε στον βωμό της παραγωγικότητας.
Με τα μνημόνια, η σιωπηλή «γενοκτονία» των μεσαίων και χαμηλών στρωμάτων μετατράπηκε σε επίσημη πολιτική και συμπληρώθηκε με τη λεηλασία των αποθεματικών των Ταμείων (PSI) και της δημόσιας περιουσίας. Αλλά κανείς δεν μιλά για όλα αυτά. Προτιμούν να κρύβονται πίσω από λέξεις όπως «ανισότητα», «μεσαία τάξη», «φτωχοί εργαζόμενοι»… ή -όμοια με τον Μακρόν- να μοιράζουν προσδοκίες και ελπίδες όπως «το νερό του Καματερού».
Γι’ αυτή την κατρακύλα η Αριστερά -η ελληνική και η ευρωπαϊκή- δεν είναι άμοιρη ευθυνών. Καθώς δεν είχε πρόταση για την αντιμετώπιση της κρίσης, προσέφυγε στον αμφιλεγόμενο ρεαλισμό των λογιστικών διευθετήσεων. Ετσι, απεμπόλησε την ευκαιρία για ένα δικό της «new deal» που θα στόχευε στην αναδιανομή του μερίσματος από τα κέρδη της τεχνολογίας και του ελεύθερου εμπορίου με όπλα τη φορολογική πολιτική, την εργατική νομοθεσία και τον ανταγωνισμό.
Για όλους αυτούς τους λόγους, όλο και περισσότεροι άνθρωποι συνειδητοποιούν ότι για τη φτώχεια τους δεν φταίει ο Θεός αλλά το «εγχειρίδιο» που κουβαλούν οι πολιτικές ηγεσίες. Και έτσι κάποιοι αναζητούν καταφύγιο στον Ορμπαν, στον Τραμπ και στον Σαλβίνι και κάποιοι άλλοι βγαίνουν στους δρόμους για να διεκδικήσουν το δικαίωμα σε μια αξιοπρεπή ζωή.
* Δημοσιογράφος, συγγραφέας
