ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Τάκης Μίχας
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η πλειοψηφία του λαού της Βραζιλίας εξέλεξε πρόεδρο, όπως αναμενόταν, τον γνωστό για τις αυταρχικές του απόψεις Ζαΐρ Μπολσονάρο.

Είναι, λοιπόν, οι Βραζιλιάνοι «φασίστες»; Τον ψήφισαν επειδή βρίσκουν συμπαθητικές τις απόψεις του για τη στρατιωτική δικτατορία, τους γκέι, τις γυναίκες κ.λπ.;

Ομως, τότε πώς εξηγείται ότι σε όλες τις προεκλογικές δημοσκοπήσεις, που συμπεριελάμβαναν το όνομά του, πάντοτε έβγαινε πρώτος ο πρώην πρόεδρος της Βραζιλίας και σήμερα φυλακισμένος για θέματα διαφθοράς Ιγνάσιο Λούλα; Tι είδους ψηφοφόροι είναι αυτοί που δεν έχουν κανένα πρόβλημα να μεταφέρονται με τέτοια ευκολία από τον «σοσιαλιστή» Λούλα στον «φασίστα» Μπολσονάρο;

Η απάντηση είναι απλή: Οι Βραζιλιάνοι δεν ψήφισαν ούτε «Αριστερά» ούτε «Δεξιά» ούτε «σοσιαλισμό» ούτε «φασισμό». Ψήφισαν για κάποιον «ισχυρό άνδρα» -που θα μπορούσε να είναι και ο Λούλα- που ελπίζουν ότι θα λύσει αυτό που για πολλούς είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει η χώρα σήμερα:

Το θέμα της ασφάλειας και της εγκληματικότητας.

Το περασμένο έτος, η εγκληματικότητα έσπασε κάθε ρεκόρ, γεγονός που, όπως αναφέρει και η «Ελ Παΐς» (https://elpais.com/internacional/2018/10/27/actualidad/1540650283_937001.html), επηρέασε καθοριστικά τη στάση των ψηφοφόρων.

Το 2017, δολοφονήθηκαν 63.880 άτομα στη χώρα, ένας αριθμός κατά 3% μεγαλύτερος από το 2016.

Αυτή η «ετήσια γενοκτονία», όπως αποκαλείται στη Βραζιλία, ισοδυναμεί με 175 θανάτους ημερησίως ή 7 ανά ώρα! Το 2016, η αναλογία δολοφονημένων ήταν 29,9% ανά 100 χιλιάδες πολίτες. Το 2017, ήταν 30,8%. Για να πάρουμε μια ιδέα τι σημαίνουν αυτοί οι αριθμοί, στις ΗΠΑ, το 2015, η αναλογία των δολοφονιών ήταν 5% ανά 100 χιλιάδες. Ακόμα και στο Μεξικό, χώρα γνωστή για τη βία και τις συγκρούσεις μεταξύ των ναρκωσυμμοριών, το 2017 η αναλογία ήταν 25% ανά 100 χιλιάδες.

Σήμερα, 6 πόλεις της Βραζιλίας βρίσκονται μεταξύ των 20 πιο βίαιων πόλεων του κόσμου.

Πίσω από τις περισσότερες δολοφονίες βρίσκονται το οργανωμένο έγκλημα και συμμορίες που μάχονται μεταξύ τους για να αποκτήσουν το μονοπώλιο διακίνησης κοκαΐνης, κρακ κ.λπ. σε δεδομένες πόλεις, συνοικίες και γεωγραφικούς χώρους.

Οσον αφορά τα θύματα, σύμφωνα με δηλώσεις του Renato Sergio de Lima, διευθυντή του Φόρουμ Δημόσιας Ασφάλειας της Βραζιλίας, είναι κυρίως νέοι, μαύροι, άνδρες και φτωχοί που ζουν κατ’ εξοχήν στις φτωχογειτονιές, τις περίφημες φαβέλες.

Η Βραζιλία σήμερα δεν έχει και πολλή σχέση με τις φαντασιώσεις περί ενός παραδείσου σάμπας, φλογερού έρωτα και ποδοσφαίρου. Στις μεγάλες πόλεις δεν είναι ασυνήθιστο να κυκλοφορούν θωρακισμένα της αστυνομίας και του στρατού και τα όργανα ασφαλείας με βαρύ οπλισμό. Αν θες να βγεις το βράδυ, στις περισσότερες μεγάλες πόλεις παίρνεις τη ζωή σου στα χέρια σου.

Σύμφωνα με πρόσφατη δημοσκόπηση, το 62% των νέων θέλει να εγκαταλείψει τη χώρα. Οι δύο κύριοι λόγοι που δίνουν είναι η έλλειψη εργασίας και η υψηλή εγκληματικότητα.

Η ασφάλεια δεν είναι το μόνο θέμα που απασχολεί τους Βραζιλιάνους. Η διαφθορά των παραδοσιακών πολιτικών κομμάτων, η οικονομική ύφεση που μαστίζει τη χώρα τα τελευταία χρόνια, ένας ιδιωτικός τομέας που οικοδομήθηκε στο πλαίσιο «διαπλεκόμενων» συμφερόντων – όλα αυτά συγκροτούν ένα μωσαϊκό αιτίων που ασφαλώς ευνοούν την εμφάνιση και τη δημοτικότητα ενός «ισχυρού άνδρα» όπως ο Μπολσονάρο.

Ομως η έλλειψη ασφάλειας που σημαδεύει τη ζωή του μέσου πολίτη ήταν στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης και έπαιξε σημαντικό ρόλο στις επιλογές των πολιτών. «Οι άνθρωποι δεν βγαίνουν πια το βράδυ. Οι γείτονές μας έχουν ληστευθεί από ένοπλους δύο φορές, ζούμε στο Ρίο με τον φόβο κάθε μέρα», δηλώνει στο BBC μια ψηφοφόρος του Μπολσονάρο.

Στην αναζήτηση ενός «ισχυρού άνδρα» συμβάλλει και η παράδοση του «caudillismo», που χαρακτηρίζει την πολιτική κουλτούρα της Λατινικής Αμερικής, μια παράδοση που διαπερνά τόσο την «Αριστερά» όσο και τη «Δεξιά».

Ο μέσος Βραζιλιάνος που ψήφισε τον Μπολσονάρο δεν έχει κατ’ ανάγκην «φασιστικές» αντιλήψεις. Επίσης, σύμφωνα με προεκλογική δημοσκόπηση της Datafolha, ο Mπολσονάρο κέρδιζε σε όλες τις πληθυσμιακές ομάδες, πλην των μαύρων. Συγκεκριμένα, κέρδιζε μεταξύ λευκών, κίτρινων, μιγάδων (mestizo) και ιθαγενών.

Ομως, όπως επισημαίνουν πολλοί αναλυτές, είναι αμφίβολο ότι το πρόβλημα της ασφάλειας θα λυθεί με τα μέτρα που προτείνει ο νέος πρόεδρος. Οι προτάσεις του για την καταπολέμηση της εγκληματικότητας συνοψίζονται αφενός μεν στην ενίσχυση των εξουσιών της αστυνομίας και την αυστηροποίηση του ποινικού κώδικα της χώρας, αφετέρου δε στη χαλάρωση των διατάξεων που επιτρέπουν την οπλοκατοχή, έτσι ώστε να μπορούν οι πολίτες να προβάλλουν αντίσταση στους εγκληματίες. Οπως λέει χαρακτηριστικά: «Οταν ο ληστής έχει πιστόλι, ο πολίτης πρέπει να έχει καραμπίνα!».

«Αυτά τα μέτρα είναι δημαγωγικά και λαϊκιστικά», δηλώνει στην «Ελ Παΐς» η κοινωνιολόγος Σίλβια Ράμος. Αυτό όμως που την καθησυχάζει είναι ότι για να εφαρμόσει αυτά τα μέτρα ο Μπολσονάρο θα πρέπει να αλλάξει τη νομοθεσία και το Σύνταγμα της χώρας, κάτι που απαιτεί τη συμφωνία όλου του πολιτικού κόσμου.

«Αν το επιτύχει», προειδοποιεί, «αυτό θα οδηγήσει σε κατακόρυφη αύξηση της βίας».