ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Σάνια Ριστόφσκα*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ζώντας στην Αθήνα εδώ και εννέα χρόνια και κρατώντας επαφή σε καθημερινή βάση με τα Σκόπια (όταν λέω Σκόπια εννοώ την πρωτεύουσα, την πόλη μου), θα μπορούσα να πω ότι ξέρω ή έστω ότι καταλαβαίνω τον τρόπο σκέψης και των δύο πλευρών. Και στη μία και στην άλλη χώρα θα έλεγα ότι υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: αυτοί που ξέρουν τον γείτονα και αυτοί που δεν τον ξέρουν και ζούνε σ’ έναν δικό τους κλειστό κόσμο.

«Πώς τα πας εκεί; Εχεις προβλήματα; Φοβάσαι να πεις από πού είσαι; Πρέπει να είναι δύσκολο για σένα…» είναι κάποια από τα ερωτήματα και τα σχόλια που μου έκαναν φίλοι και γνωστοί όταν πρωτοήρθα στην Αθήνα. «Οχι, δεν με κρεμάνε ανάποδα στην Ελλάδα επειδή είμαι από μια χώρα με την οποία υπάρχει ένα θέμα» απαντούσα.

Τα ίδια άκουγα (και ακούω) και από την άλλη πλευρά. «Εσείς είστε λίγο εχθρικοί απέναντί μας… Θέλετε να μας κλέψετε το όνομα και την Ιστορία μας». «Οχι, δεν σκοπεύουμε να πάρουμε τα όπλα και να μπούμε στην Ελλάδα. Το μόνο που παίρνουμε είναι καλή διάθεση, μαγιό, πετσέτα και ό,τι άλλο χρειάζεται κανείς για παραλία και μια μεγάλη απόφαση – σε ποιο μέρος της Ελλάδας να κάνουμε τις διακοπές μας».

Το πρόβλημα κατ’ εμέ είναι ότι δεν γνωριζόμαστε αρκετά και αφήσαμε ένα πολιτικό θέμα να μπει ανάμεσά μας. Δεν προσπαθήσαμε ποτέ να μάθουμε ο ένας τον άλλον και το πολιτικό κομμάτι να το αφήσουμε σε αυτούς που είναι η δουλειά τους – στους πολιτικούς. Μου κάνει τρομερή εντύπωση πόσοι στην Ελλάδα, συζητώντας για το «μακεδονικό» δεν ξέρουν ότι η χώρα δεν λέγεται Σκόπια, αλλά τα Σκόπια είναι πόλη-πρωτεύουσα, ότι και στην προσωρινή ονομασία ΠΓΔΜ συμπεριλαμβάνεται και η λέξη Μακεδονία.

Θεωρώ ότι, λόγω της κρίσης, τα τελευταία οκτώ χρόνια το θέμα «μπήκε στο συρτάρι» στην Ελλάδα και, ξαφνικά, τώρα όλοι ανακαλύψανε το «σκοπιανό» (όπως το αποκαλούν τελευταία) και γίνανε όλοι ειδικοί. Από τη βόρεια πλευρά των συνόρων υπάρχουν άνθρωποι που από τη μια λένε «Η Ελλάδα θέλει να μας πάρει το όνομα, δεν το δίνουμε και δεν το αλλάζουμε, είμαστε Δημοκρατία της Μακεδονίας», ενώ με κάθε ευκαιρία μαζί με άλλους χιλιάδες (ή εκατομμύρια) συμπολίτες επισκέπτονται τη Χαλκιδική ή τη Θεσσαλονίκη.

Από τη νότια πλευρά, πάνε στα συλλαλητήρια για να υπερασπίσουν το όνομα Μακεδονία, ενώ προτιμούν μαζί με χιλιάδες άλλους συμπολίτες τα φτηνά προϊόντα, βενζίνη, υπηρεσίες κ.λπ. της γειτονικής χώρας. Ομως για τους ακραίους και από τις δύο χώρες δεν θέλω να χάνω χρόνο και λέξεις. Είναι ίδιοι και από τις δύο πλευρές των συνόρων και θέλω να πιστεύω ότι είναι μειοψηφία.

Τα χρόνια που είμαι στην Αθήνα έχω δει και έχω ακούσει πολλά. Και θετικά και αρνητικά. Αλλά επιμένω ότι η φράση «είναι περισσότερα αυτά που μας ενώνουν παρά αυτά που μας χωρίζουν», όσο και να ακούγεται κλισέ, δείχνει κάτι που πραγματικά ισχύει για τις δύο χώρες. Το βλέπω συνέχεια στην καθημερινή ζωή, καταλαβαίνω πόσο μοιάζουμε, έχουμε σχεδόν ίδια νοοτροπία, ίδιες συνήθειες, πολλές φορές και ίδιο τρόπο σκέψης. Το μόνο πράγμα που μας χωρίζει (εκτός από το όνομα) είναι η γλώσσα.

Συχνά και εμείς οι δημοσιογράφοι έχουμε ευθύνες για το τι γνώμη θα σχηματίσει ένας μεσαίος πολίτης, αν θα είναι εχθρικός ή θα είναι φιλικός προς την απέναντι πλευρά. Για τον λόγο αυτό, πάντα προσπαθώ, με τις αντικειμενικές μου ανταποκρίσεις όλα αυτά τα χρόνια, να αναδείξω ότι δεν είναι όλα (τόσο) μαύρα και δεν είναι όλα (τόσο) αρνητικά, ψάχνοντας τη θετική πλευρά των πραγμάτων.

Δεν θα μπω σε διαδικασία να σχολιάσω αν η Συμφωνία των Πρεσπών είναι καλή ή κακή. Θα κρατήσω το γεγονός ότι υπάρχει. Επειτα από τόσα χρόνια υπάρχουν 20 σελίδες που δίνουν την ελπίδα ότι θα μπει ένα τέλος στο θέμα και θα ρυθμιστούν (επιτέλους) οι σχέσεις των δύο χωρών. Δεν λέω ότι είναι εύκολο. Θα ξυπνήσω μια μέρα και πρέπει να βάλω στη ζωή μου το καινούργιο όνομα Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας. Ομως αν είναι για ένα καλύτερο μέλλον, για μια σταθερή χώρα και περιοχή, μάλλον θα το συνηθίσω (συνηθίσουμε).

Θα πει κανείς (κάτι που ακούω συχνά στην Ελλάδα από την προηγούμενη Κυριακή): Μα το δημοψήφισμα δεν πέρασε, πώς θα γίνει; Τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος δείχνει το δημοψήφισμα της Κυριακής και ο καθένας εισπράττει ό,τι τον βολεύει. Δίνεις έμφαση στο αποτέλεσμα και λες «πέρασε». Δίνεις έμφαση στη συμμετοχή, λες «απέτυχε».

Είναι γεγονός ότι 609.427 πολίτες είπαν «ναι» σε μια καινούργια αρχή για τη χώρα ως μελλοντικό μέλος του ΝΑΤΟ και της Ε.Ε. Επίσης, είναι γεγονός ότι ψήφισαν μόνο 36,89% και είναι γεγονός ότι ποτέ δεν ψήφισαν όλοι οι 1,8 εκατ. εγγεγραμμένοι ψηφοφόροι (δεν το λέω εγώ, το λένε τα στοιχεία). Το δημοψήφισμα πέρασε από αυτούς που εκείνη την ημέρα αποφάσισαν να πάρουν στα χέρια το μέλλον τους, ψηφίζοντας. Ανεξαρτήτως αν ήταν «υπέρ» ή «κατά». Τώρα, το αφήνουμε πίσω μας, και κρατάμε ότι έχουμε μια Συμφωνία που μας δίνει την κατεύθυνση προς τα πού πρέπει να πηγαίνουν τα πράγματα.

Πιστεύω ότι η πλειονότητα των απλών ανθρώπων από την Ελλάδα και τη Δημοκρατία της Μακεδονίας σε καθημερινή βάση σ’ έναν βαθμό έχει ξεπεράσει το ζήτημα της ονομασίας. Κάνουν καλή «διπλωματία» οι δύο λαοί, όταν οι Ελληνες ψωνίζουν στον Βορρά και οι Μακεδόνες προτιμούν τις ελληνικές θάλασσες, αλλά και τις ελληνικές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στη χώρα και είναι από τις καλύτερες. Αυτό δεν δείχνει τίποτα άλλο παρά πόσο ο κόσμος των δύο χωρών είναι κοντά, ίσως χωρίς πολλές φορές να το έχει συνειδητοποιήσει.

Τώρα είναι στα χέρια των πολιτικών των δύο χωρών να κάνουν αυτό που πρέπει για να φύγει το μεγάλο (επίσημο) εμπόδιο μεταξύ των λαών, γιατί όχι μόνο μπορούμε, άλλα πρέπει να είμαστε φίλοι. Για το καλό μας και για το καλό της περιοχής.

*ανταποκρίτρια του πρακτορείου ειδήσεων MIA στην Αθήνα