Η τελευταία επίθεση των φασιστών σε πολιτικό στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ, που ήρθε να προστεθεί στη δολοφονία του Π. Φύσσα, στην επίθεση σε βάρος συνδικαλιστών του ΠΑΜΕ, των Αιγύπτιων ψαράδων, τη βίαιη προσπάθεια αποκλεισμού των προσφυγόπουλων απ’ τα σχολεία και τις επιθέσεις στα «στέκια», μας υπενθυμίζει ότι το πρόβλημα με τον φασισμό είναι βαθύτερο. Στις εργατικές συνοικίες της Βʹ Πειραιά, με τη μεγάλη παράδοση εργατικών αγώνων, με την παρακαταθήκη των αντιφασιστικών αγώνων και της Αντίστασης, ο φασισμός ενδημεί και πολλαπλασιάζεται.
Η πρόσφατη ιστορία στην Ευρώπη μάς προειδοποιεί: στα εργοστάσια και στα λαϊκά προάστια, όταν η Αριστερά κατέγραφε ήττες και αποσυρόταν, δηλαδή όταν σταματούσε να «συνομιλεί» με την κοινωνία και να εκπροσωπεί πραγματικά συμφέροντα εργαζομένων, τότε ερχόταν ο φασισμός για να καταλάβει τον χώρο και να «οργανώσει» την κοινωνία στη δική του ατζέντα.
Είναι προφανές ότι ανακοινώσεις κομμάτων, συνδικάτων και οργανώσεων που καταδικάζουν το γεγονός, δεν απαντούν στο πρόβλημα. Αυτονόητες ναι, πολιτικά «λίγες» σήμερα!
Ούτε συνιστούν πραγματική πολιτική απάντηση οι αναιμικές κινητοποιήσεις–διαδηλώσεις που εξελίσσονται με την κοινωνία απούσα, κουρασμένη, ηττημένη ή, στην καλύτερη περίπτωση, από τη θέση του συμπαθούντος θεατή.
Αντίθετα, η εμπειρία στη διαχείριση της μεταναστευτικής κρίσης στο λιμάνι του Πειραιά, απ’ όπου πέρασαν πάνω από ένα εκατομμύριο πρόσφυγες σε ένα έτος, και η παρέμβαση που ακύρωσε την προσπάθεια των χρυσαυγιτών να αποκλείσουν τα προσφυγόπουλα απ’ τα σχολεία μάς δείχνουν ότι όπου απέναντι σε φαινόμενα ρατσισμού κινητοποιήθηκαν οργανωμένα η Αυτοδιοίκηση, οι τοπικές κοινωνίες, οι φορείς, τα συνδικάτα και οι πολιτικές οργανώσεις, το αυγό του φιδιού δεν βρήκε περιβάλλον για να εκκολαφθεί, παρ’ ότι το επιδίωξε.
Αν η κρίση εκπροσώπησης είναι η σοβαρότερη αιτία για την αύξηση της επιρροής της Ακροδεξιάς στην κοινωνία, δεν πρέπει να υποτιμήσουμε πώς επιδρούν και καθορίζουν συνειδήσεις η βαθιά οικονομική κρίση, η διάρρηξη της κοινωνικής συνοχής, η υποχώρηση της αλληλεγγύης και η κυριαρχία των νεοφιλελεύθερων αντιλήψεων του ατομισμού, που σηματοδοτούν μια συνολική συντηρητική μετατόπιση στην κοινωνία.
Οταν η Αριστερά έπαψε να έχει γείωση στους εργασιακούς και κοινωνικούς χώρους, όταν δεν μπορούσε (και καμιά φορά δεν ήθελε) να διατυπώσει τα επίδικα αιτήματα, τότε έπαψε να είναι σαν ψάρι μέσα στο νερό και έζησε με εσωστρέφεια το δράμα της διάλυσης, της περιθωριοποίησης, της μοναξιάς και τελικά της πολιτικής και οργανωτικής καταστολής της.
Αυτά είναι γνωστά, είναι η «αλφαβήτα» του κινήματος, αλλά φαίνεται πως σήμερα έχουν ξεχαστεί και αντικατασταθεί από τον βερμπαλισμό των επαναστατικών προγραμμάτων, την αυταρέσκεια της ιδεολογικής καθαρότητας με όρους αποστείρωσης, τις αντιλήψεις ιδιοκτησίας και την αναγωγή της «περίκλειστης αναπαραγωγής» σε απόλυτη προτεραιότητα.
Δεν είναι παράξενο που κόμματα, συλλογικότητες, συνδικάτα, αλλά και η Αυτοδιοίκηση δεν μπόρεσαν να πάρουν μαζικές πολιτικές πρωτοβουλίες με διάρκεια, ικανές να διαμορφώσουν όρους μαζικής παρέμβασης στις γειτονιές και στους χώρους δουλειάς για να αποκαλυφθεί το πραγματικό πρόσωπο του φασισμού.
Να αναδείξουν ότι η δολοφονία του Π. Φύσσα και οι επιθέσεις που ακολούθησαν δεν εκπορεύονται μόνο από το ίδιο πολιτικό κέντρο, την Ακροδεξιά, αλλά έχουν και τον ίδιο πολιτικό στόχο, την Αριστερά και τη δημοκρατία.
Η ανάγκη να αναληφθούν πρωτοβουλίες, που δεν θα αθροίζουν απλά «σφραγίδες» και δεν θα απευθύνονται αποκλειστικά στα «γνωστά ακροατήρια», με τρόπο που συνιστά τελικά «μη λόγο», είναι προφανής και επείγουσα.
Η Αυτοδιοίκηση, ως ένας οργανισμός με αμεσότερη σχέση και καθημερινή επαφή–τριβή με τις τοπικές κοινωνίες, με πιο δημοκρατικά και αντιπροσωπευτικά χαρακτηριστικά, που γνωρίζει (ή οφείλει να γνωρίζει) τα προβλήματα, τις προσδοκίες, τις αγωνίες των ανθρώπων σε κάθε γειτονιά, πρέπει να επεξεργαστεί και να αποφασίσει με ποιο τρόπο θα θεμελιώσει μια νέα σχέση εκπροσώπησης, ώστε σταδιακά να μπορέσει να εκφράσει –στο μέρος που της αναλογεί- και το πολιτικό αίτημα της επόμενης μέρας.
Γιατί σήμερα το πρόβλημα είναι διττό: Το πολιτικό αίτημα δεν διατυπώνεται με πειστικότητα και δεν βρίσκει ακροατήρια που θα το υιοθετήσουν και θα το παλέψουν.
Μήπως είναι η στιγμή που οφείλουμε να αξιοποιήσουμε νέες μορφές και νέα παραδείγματα κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης και δράσης απέναντι στον κίνδυνο του φασισμού και στις ανάγκες της κοινωνίας;
*Αντιπεριφερειάρχης Πειραιά
