Η Ελλάδα τον προηγούμενο Αύγουστο βγήκε τυπικά από τα μνημόνια και υποτίθεται ότι επανέρχεται στην «κανονικότητα».
Η οκτάχρονη μνημονιακή περίοδος πέτυχε να αποκαταστήσει τη δημοσιονομική ισορροπία και να περιορίσει τη σπατάλη του Δημοσίου. Από την άλλη μεριά, μειώθηκε το ΑΕΠ κατά 25%, υπερδιπλασιάστηκε η ανεργία, έγινε τεράστιο το δημόσιο χρέος και οι ελληνικές τράπεζες έχουν μεταμορφωθεί σε ζόμπι. Ο λαός βρίσκεται σε κατάπτωση και πνευματική διάβρωση. Επάνω σε αυτό το υπόβαθρο ανθούν αδιέξοδες και ανορθολογικές συμπεριφορές ενός βαριά τραυματισμένου εθνικού ναρκισσισμού.
Είμαστε καθημερινά μάρτυρες απίθανων θεωριών συνωμοσίας και αισθημάτων θυματοποίησης οι οποίες αναρριπίζονται από δεκάδες περιθωριακά social media και έντυπα. Ετσι, έχει δημιουργηθεί ευρύ πεδίο ανάπτυξης ενός εγωκεντρικού ατομικισμού και μιας «θλιμμένης αδιαφορίας» για τους άλλους και τα κοινά. Αυτό όμως που πάνω από όλα πέτυχαν τα μνημόνια ήταν να δώσουν τέλος στο νεοελληνικό «μικρομεσαίο καπιταλιστικό θαύμα» όπως αυτό κορυφώθηκε στη Μεταπολίτευση. Θαύμα το οποίο στηρίχθηκε στη φρενήρη αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης, κρατικοδίαιτης επιχειρηματικότητας και σπατάλης του Δημοσίου.
Η φοροδιαφυγή και οι «τζαμπατζίδικες συμπεριφορές» (Κ. Τσουκαλάς) καθημερινά φαινόμενα. Εντονη ήταν (ή είναι ακόμα;) η εθνική αυταπάτη ότι μπορούμε να περνάμε έξοχα χωρίς να περιορίσουμε δραστικά τις παραδοσιακές προκαπιταλιστικές δομές της ελληνικής κοινωνίας. Το οριστικό «τέλος εποχής» επήλθε όταν αυτό το σύστημα ήταν πια σε αδυναμία να αναπαραχθεί ανταγωνιστικά όπως οι άλλες καπιταλιστικές οικονομίες της Ευρώπης. Γι’ αυτό και το σοκ που έχει υποστεί η ελληνική κοινωνία δεν είναι μόνο οικονομικό αλλά και πολιτιστικό, ιδεολογικό και ηθικό.
Με αυτά τα δεδομένα το κύριο διακύβευμα δεν είναι «η Ελλάδα να μετατραπεί σε κανονική χώρα». Τι σημαίνει άραγε «κανονική» χώρα; Ο ορισμός είναι θέμα οπτικής γωνίας. Το διακύβευμα είναι πώς θα δημιουργήσει επιβιωτικές διεξόδους. Η ελληνική οικονομία κυριαρχείται από τα λεγόμενα «μη εμπορεύσιμα αγαθά», έχει χαμηλή παραγωγικότητα, υπερτροφικό τομέα υπηρεσιών χαμηλής ανταγωνιστικότητας, μη ανταγωνιστική επίσης γεωργία και –το χειρότερο όλων– καχεκτική βιομηχανία, η οποία τα τελευταία χρόνια έχει πληγεί βαριά. Με αυτό το τεράστιο καθήκον αντιμετώπισης των δομικών προβλημάτων της ελληνικής οικονομίας είναι αντιμέτωπο το άρχον πολιτικό και οικονομικό συγκρότημα της χώρας.
Το 1853 διεθνής στόλος πλοίων μαύρου χρώματος, υπό την ηγεσία του Αμερικανού πλοιάρχου Πέρι κατέπλευσε στον κόλπο του Τόκιο και απαίτησε από τη μέχρι τότε αυτοαπομονωμένη Ιαπωνία να ανοίξει τα λιμάνια της και να ενταχθεί στο διεθνές εμπόριο. Υπό την απειλή της εισβολής, η Ιαπωνία τα επόμενα δύο χρόνια εξαναγκάστηκε στην υπογραφή λεόντειων εμπορικών συμβάσεων, οι οποίες οδήγησαν σε σημαντικό περιορισμό της εθνικής της κυριαρχίας. Το σοκ και η οργή των Ιαπώνων ήταν μεγάλα. Αναπτύχθηκαν έντονα ξενοφοβικά συναισθήματα.
Μετά την εκπνοή των θυμικών αντιδράσεων, η άρχουσα ελίτ της χώρας αντιλήφθηκε ότι, αν δεν θέλει η Ιαπωνία να γίνει μια απλή αποικία, πρέπει να ανταποκριθεί στην πρόκληση της Δύσης, παρά να την αγνοήσει. Αυτή η ίδια υπέστη ριζικό πολιτικό μετασχηματισμό, αντιλήφθηκε τι πρέπει να κάνει και το εφάρμοσε με μεγάλη ταχύτητα. Προχώρησε σε θεσμικές αλλαγές φιλελεύθερου χαρακτήρα, κατήργησε τις φεουδαρχικές δομές και γρήγορα ξεκίνησε την κατασκευή εργοστασίων υπό την ηγεσία πρώην σαμουράι. Την ίδια στιγμή έστειλε αποστολές σε ευρωπαϊκές χώρες και τις ΗΠΑ για να μελετήσουν ποιες από τις καλύτερες πρακτικές μπορούν να υιοθετήσουν ή να προσαρμόσουν στη δική τους κουλτούρα.
Αυτό έγινε με εξαιρετικά συστηματικό τρόπο. Ετσι, το πρωτοβάθμιο και δευτεροβάθμιο εκπαιδευτικό σύστημά τους βασίστηκε στο γαλλικό, η οργάνωση του Ναυτικού τους στο βρετανικό, του στρατού τους στο γαλλικό και αργότερα στο γερμανικό, τα πανεπιστήμια τους στο αμερικανικό, το σιδηροδρομικό τους δίκτυο στο βρετανικό. Με αυτό τον αναίμακτο τρόπο η Ιαπωνία σε μια δεκαετία μετασχηματίστηκε σε ένα μοντέρνο βιομηχανικό κράτος (Jacques Martin, «When China Rules the World», Penguin 2009).
Βέβαια η αναφορά αυτού του ιστορικού εξαιρετικού παραδείγματος δεν γίνεται με την ελπίδα να υιοθετηθεί από τους καθ’ ημάς άρχοντες. Αυτό θα ήταν επιεικώς αφελές. Γίνεται αφενός για να τονισθεί η οριακή κατάσταση που βρίσκεται η χώρα και αφετέρου ο συναγερμός που απαιτείται για την ανάταξή της. Η δημιουργία πλούτου είναι μια συλλογική προσπάθεια μεταξύ εργαζομένων, επιχειρηματιών, επενδυτών και κράτους. Καμία αναδιανομή δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς εσωτερική συσσώρευση κεφαλαίου. Απαιτείται ένας ιστορικός συμβιβασμός μεταξύ των αστικών δημοκρατικών δυνάμεων και της εθνικής επιχειρηματικής τάξης να συμφωνήσουν και να υλοποιήσουν τις αναγκαίες δομικές αλλαγές που απαιτούνται για την αναζωογόνηση της βιομηχανίας, τον εκσυγχρονισμό της γεωργίας, του εκπαιδευτικού συστήματος και της τεχνολογίας.
Μόνο με αυτόν τον τρόπο η Ελλάδα θα έχει δυνατότητα να συμμετάσχει αξιοπρεπώς στον αδυσώπητο ευρωπαϊκό καταμερισμό της εργασίας. Αντιθέτως, αυτό που βλέπουμε σήμερα είναι βαθύτατα διχαστικές ρητορικές και συμπεριφορές ουσιαστικά κενές οιουδήποτε ενδιαφέροντος και γνώσης των αναγκών της χώρας. Ολα στον βωμό της πρόσκαιρης συσπείρωσης για τις εκλογικές στοχεύσεις και τη νομή της εξουσίας που απλώς επιδεινώνουν την κρίση πολιτικής εκπροσώπησης. Είναι τέτοιος ο φανατισμός και η τύφλωση, που δεν βλέπουν ότι «τα φαντάσματα ξαγρυπνούν στην κούνια τους».
