Μου θύμισε πολύ τον Μπίμπερκοπφ του «Αλεξάντερπλατς» που όταν άφησε το προστατευτικό κουκούλι της φυλακής και βγήκε έξω στον κόσμο ήθελε να γυρίσει πίσω. Εκείνος δεν βγήκε από τη φυλακή αλλά από μια εθελούσια εξορία.
Χάρηκα που τον είδα. Γύρισε, λοιπόν, και λέει πως ο κόσμος τού φαίνεται τόσο ρευστός όσο και ένα ορμητικό ποτάμι. Τον βλέπω να παρατηρεί τις προσόψεις των πολυκατοικιών του μεγάλου δρόμου.
Σαν να θέλει να σιγουρευτεί πως θα μείνουν στη θέση τους, πως δεν γέρνουν προς το μέρος του. Υστερα χαμογελά όμως καθώς παρατηρεί τον κόσμο να περπατά αμέριμνα στο πεζοδρόμιο, να σταματά στις βιτρίνες με τα τεράστια 50% των καλοκαιρινών εκπτώσεων, τα παιδιά να κάνουν σαματά στην πλατεία.
Η άσφαλτος γυαλίζει, πάνω της τρέχουν αυτοκίνητα και μηχανάκια που κάπου πάνε. Δίπλα του μια παρέα κοριτσιών. Κοιτούν τα κινητά τους και γελούν, γελάει κι αυτός. Κάτι θαυμάζουν, θαύμασε κι αυτός.
Αυτοί είναι οι σωστοί άνθρωποι, οι κανονικοί, σκέφτηκε. Συμμετέχουν, αλληλεπιδρούν με την πόλη και τους άλλους ανθρώπους.
Ξέγνοιαστοι άνθρωποι, και ω τι θαύμα! Ηταν κι αυτός ανάμεσά τους. Πρώτο βήμα σταθερό, επιστροφή πίσω στη ζωή.
Γεια σου φίλε μου Μπίμπερκοπφ, σκέφτηκα, όπως κι εσύ έτσι κι αυτός μάλλον στην αρχή ένιωθε όπως στον οδοντογιατρό τη στιγμή που κρατά γερά τη ρίζα με την τανάλια, τραβάει κι ο πόνος μεγαλώνει, αλλά να που τώρα το αναισθητικό της ζωής μουδιάζει τον πόνο, σχεδόν τον κάνει γλυκό. Σαν το χάδι της γυναίκας δίπλα του.
