Καθώς οδεύουμε προς την εμβληματική ημερομηνία της 20ής Αυγούστου και την επίσημη λήξη του τρίτου προγράμματος προσαρμογής, είναι αναγκαίο να κοιτάξουμε μπροστά, προς το μέλλον, έχοντας όμως αντλήσει χρήσιμα διδάγματα από το παρελθόν. H περίοδος που θα μείνει στην Ιστορία ως «μνημονιακή» υπήρξε αναμφίβολα από τις πλέον τραυματικές της νεότερης ελληνικής Ιστορίας, οπωσδήποτε από τη Μεταπολίτευση και μετά.
Η ζημιά που υπέστη σε οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο η χώρα κατά την πρώτη φάση της μνημονιακής οκταετίας (2010-2015) μπορεί να συγκριθεί μόνο με ανάλογες καταστροφές πολεμικής κλίμακας, χωρίς να αναφερθούμε στην πρωτοφανή σε καιρό ειρήνης απώλεια κυριαρχίας.
Από το 2015 ξεκίνησε -σε ασφυκτικές συνθήκες και μέσα σε ένα αρχικά εντελώς εχθρικό ευρωπαϊκό και διεθνές περιβάλλον- το δύσκολο έργο της εξόδου της Ελλάδας από την πολυεπίπεδη κρίση και της επαναφοράς της στην ευρωπαϊκή και διεθνή θέση που της αρμόζει.
Μια προσπάθεια που έχει ήδη αρχίσει να φέρνει τους πρώτους καρπούς της, σε πείσμα των εγχώριων καταστροφολόγων.
Ωστόσο, η επιτυχής της κατάληξη κάθε άλλο παρά εξασφαλισμένη είναι: θα εξαρτηθεί από το εάν θα συνεχιστεί τα επόμενα χρόνια, στο πλαίσιο ενός ολοκληρωμένου σχεδίου για την κοινωνικά δίκαιη παραγωγική ανασυγκρότηση και για τη δημοκρατική αναδιοργάνωση της χώρας σε όλα τα επίπεδα, ή εάν θα ευοδωθούν τα σχέδια για την παλινόρθωση του φαύλου παλαιού καθεστώτος που ευθύνεται για την καταστροφή που υπέστη η χώρα.
To ενδιαφέρον της υπόθεσης, για όσους δεν θέλουν να έχουν κοντή μνήμη, είναι ότι αυτό ακριβώς το παλαιό καθεστώς, που τώρα επιδιώκει παντί τρόπω την επιστροφή του στην εξουσία που θεωρεί ότι του ανήκει δικαιωματικά, είχε ενεργοποιήσει όλα τα μέσα που είχε στη διάθεσή του, ώστε να εμπεδωθεί στην ελληνική κοινωνία η πεποίθηση ότι η ίδια ήταν υπεύθυνη για τα δεινά που υπέστη και ότι η βίαιη φτωχοποίησή της δεν ήταν παρά μια αναγκαία παράμετρος ενός συγκροτημένου, δήθεν, προγράμματος «μεταρρυθμίσεων» με στόχο να γίνει η Ελλάδα «κανονική ευρωπαϊκή χώρα».
Το πώς εννοούν οι εν λόγω πολιτικοί και οικονομικοί κύκλοι τη φράση «κανονική χώρα» προκύπτει από την εμπειρία των τελευταίων δεκαετιών και, κυρίως, από τις συνέπειές της. Εν τούτοις, αυτό που πρέπει να υπογραμμιστεί είναι ότι η Ελλάδα ανέκαθεν ήταν και παραμένει μια χώρα με σημαντικά συγκριτικά πλεονεκτήματα και απέχει πολύ από τη μίζερη εικόνα μιας υπανάπτυκτης χώρας σε διάλυση που χρειάζεται τη σωτήρια επέμβαση των δανειστών της για να «εξευρωπαϊστεί».
Στο επίκεντρο βρίσκεται η ανάκτηση της κυριαρχίας, η οποία στην ουσία υποκλάπηκε εξωθεσμικά, μέσω του μηχανισμού των μνημονίων, καθώς συνιστά την αναγκαία συνθήκη για να αξιοποιηθούν αυτά τα συγκριτικά πλεονεκτήματα, υπέρ της χώρας και του λαού.
Η κερδισμένη με αγώνες λαϊκή κυριαρχία πληγώθηκε βάναυσα από νοοτροπίες που συνοψίστηκαν κατά τη μνημονιακή περίοδο στις φράσεις «οι εκλογές δεν αλλάζουν τίποτα» και «δεν υπάρχει δημοκρατική εναλλακτική στις ευρωπαϊκές συνθήκες».
Πέρα, λοιπόν, από αυτήν καθαυτή τη μνημονιακή μέγκενη που οδεύει επιτέλους στο τέλος της, το ζήτημα της κυριαρχίας συνδέεται με τη συνολική αρχιτεκτονική του ευρωπαϊκού θεσμικού πλαισίου, ιδίως της ευρωζώνης.
Μια κανονικοποίηση της δημοσιονομικής ακαμψίας και της λιτότητας μέσω της υπό εξέλιξη θεσμικής αναδιοργάνωσης της ευρωζώνης προφανώς θα μείωνε σημαντικά το πεδίο δημοσιονομικής κυριαρχίας, ιδίως εκείνων των χωρών που έχουν υποστεί τη βάσανο των προγραμμάτων προσαρμογής, αλλά και εκείνων που υφίστανται τις συνέπειες της μέχρι και σήμερα ασύμμετρης δομής της ζώνης του ευρώ – με άλλα λόγια, των χωρών του ευρωπαϊκού Νότου.
Συνεπώς, η Ελλάδα έχει κάθε λόγο να συνεχίσει τη δυναμική διεκδίκηση του εκδημοκρατισμού και της λειτουργικής μεταρρύθμισης της νομισματικής ένωσης και γενικότερα των θεσμών της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.
Στην Ελλάδα, αλλά και ευρύτερα στην Ευρώπη, έχουν χαραχθεί ήδη ξεκάθαρες ιδεολογικές διαχωριστικές γραμμές. Το πεδίο της πολιτικής αντιπαράθεσης είναι διαμορφωμένο, όπως και τα πολιτικά διλήμματα που θα κρίνουν τη μορφή της χώρας μας, αλλά και ολόκληρης της ηπείρου, στα επόμενα χρόνια.
Κανείς δεν μπορεί να επικαλεστεί άγνοια πλέον. Με ευκαιριακό όχημα τον αντιμεταναστευτικό λόγο ή την πατριδοκαπηλία, οι αντιδραστικές δυνάμεις επιχειρούν πανευρωπαϊκά μια ολομέτωπη επίθεση σε όσες λαϊκές κατακτήσεις έχουν μείνει όρθιες μετά την κρίση: το οκτάωρο, οι συλλογικές συμβάσεις και τα εργασιακά δικαιώματα, οι συντάξεις, ο δημόσιος χαρακτήρας της υγείας και της παιδείας είναι ο πραγματικός στόχος τους.
Απέναντι στη σύγκλιση του νεοφιλελευθερισμού και της ξενοφοβικής-εθνικιστικής Ακροδεξιάς, οι προοδευτικές πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις οφείλουν να συνασπιστούν σε ένα κοινό μέτωπο δημοκρατικής αντίστασης, προσφέροντας στους λαούς μια εναλλακτική οδό ελευθερίας και αλληλεγγύης.
Η ιστορική ευθύνη, αλλά και η ιστορική ευκαιρία της Αριστεράς -στην Ελλάδα και την Ευρώπη- είναι να δείξει τον δρόμο.
*Δικηγόρος, διδάκτωρ Νομικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, κάτοχος LLM από το London School of Economics
