ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γλυκερία Γκρέκου*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Θεσσαλονίκη, Ιούλης του 2018

«Ο καύσωνας θα συνεχιστεί και τις επόμενες μέρες, η θερμοκρασία θα ξεπεράσει τους 40 βαθμούς Κελσίου, οι ηλικιωμένοι και οι ευπαθείς ομάδες να αποφεύγουν…» Εκλεισε την τηλεόραση.

Κινήθηκε με δυσκολία, άνοιξε το κομοδίνο, πήρε ένα μεταλλικό κουτί, «Αλγκόν» έγραφε, εκεί είχε μαζέψει τα κουμπιά της ζωής της.

Βγήκε στο μπαλκόνι, άφησε το κουτί στο τραπεζάκι, κάθισε στην πλαστική καρέκλα. Πήρε τη βεντάλια, και το γέρικο χέρι της κουνήθηκε αργά, δεξιά αριστερά.

Κάτω, το μωσαϊκό είχε θαμπώσει από την πολυκαιρία και τη ζέστη. Σηκώθηκε, άφησε τη βρύση να τρέχει, έβγαλε τα πόδια από τις παντόφλες της κι αρχίνησε να τα κουνάει – τα πατούμενα έγιναν βαρκούλες κι έφυγαν από κοντά της.

«Οχι τα πόδια σε κρύο νερό, θα πονέσουν τα μητρικά σου», της έλεγε η μάνα της σαν ήταν κορίτσι. Μα εκείνης της άρεσε να πλατσουρίζει στα νερά· ήταν μια συνήθεια που μειώθηκε με τα χρόνια αλλά ποτέ δεν ξεπεράστηκε.

Κοίταξε κάτω, να, οι πετρούλες, εξ ων συνετέθη το μωσαϊκό πενήντα χρόνια πριν, ζωντάνεψαν. Πήραν χρώμα, γκρι, κεραμιδί, λευκό, μαύρο. Θυμόταν και κουνούσε τα πόδια της. Αργά, με δυσκολία και πόνο στις αρθρώσεις, αλλά πού λεφτά για μπάνια πια. Στα λουτρά του Λαγκαδά είχε πάει πριν από πέντε χρόνια, και θα ήταν η τελευταία φορά καταπώς φαίνεται.

Γνωστά πράγματα, η σύνταξη δεν έφτανε πια για πολυτέλειες. Και πέντε ευρώ να περίσσευαν, υπήρχαν χέρια απλωμένα από παντού. Με το χέρι το «καλό» σήκωσε μια τούφα που είχε κολλήσει στο υγρό μέτωπό της.

Στο απέναντι μπαλκόνι ένα αγόρι κι ένα κορίτσι γελούσαν, αγγίζονταν, κάτι έβλεπαν στα κινητά τους και πάλι γέλια και πάλι χάδια και πάλι στην οθόνη.

Εκείνη πήρε το κουτί με τα κουμπιά, το άνοιξε με δυσκολία, τα χέρια της ξερά κι ανήμπορα να συγχρονιστούν στην κίνηση.

Εψαξε και βρήκε ένα κουμπί λευκό. Ηταν από το πουκάμισό του. Οταν γύρισε από τη Γιούρα τού το είχε αγοράσει. Τότε που τα χέρια της με προσμονή το ξεκούμπωναν και εκείνος, άντρας δυνατός, την αγκάλιαζε.

Κι έπειτα, ένα άλλο κουμπί, από τη σχολική ποδιά της κόρης της. Εκλαιγε ασταμάτητα τις πρώτες μέρες στο σχολείο, κάτι της λέγαν για τον μπαμπά της, εκείνη με βαριά καρδιά την άφηνε κι έτρεχε να προλάβει το λεωφορείο για το καπνομάγαζο.

Αυτό το μεγάλο μαύρο κουμπί είναι από τη στολή του γιου της. Αλλα δάκρυα εκεί, άλλοι αποχαιρετισμοί.

Πώς σκόρπισαν παιδιά κι εγγόνια; Τα πήραν οι χώρες εκεί πάνω. Την πήρε το παράπονο, θόλωσε η ματιά της, τώρα δεν ξεκαθάριζε καλά το απέναντι μπαλκόνι, όλα έγιναν θολά, θολές και οι πετρούλες κάτω.

Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το τηλέφωνο, έκανε να σηκωθεί, «κάποιο από τα παιδιά θα είναι» πρόλαβε να σκεφτεί και γλύκανε η σκέψη της. Και δρόσισε ο νους της.

* Εκπαιδευτικός-συγγραφέας