ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Κυριακή Μπεϊόγλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«-Τίμων ο Αθηναίος: Πώς πάει ο κόσμος;

-Ζωγράφος: Φθείρεται, κύριε, καθώς μεγαλώνει»

(Τίμων ο Αθηναίος, Σέξπιρ)

Μεγάλη πρόκληση το έργο «Τίμων ο Αθηναίος» του Σέξπιρ, με το οποίο θέλησε να αναμετρηθεί ο σκηνοθέτης και καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου Στάθης Λιβαθινός. Ο Σέξπιρ ανέλυσε εδώ, περισσότερο απ’ ό,τι σε κάθε άλλο έργο του, αυτό καθεαυτό το «ίδιον της ιδιοκτησίας». Και φυσικά την υπερβατική διάσταση του χρήματος που, ενώ σου επιτρέπει να νιώθεις κυρίαρχος, ταυτόχρονα εξουδετερώνει κάθε «προσωπική» ιδιοκτησία κάνοντάς σε να χάνεις τον ίδιο σου τον εαυτό.

Αυτό το «κομμουνιστικό συμπέρασμα» το έδωσε αιώνες πριν από τον Μαρξ ο μεγάλος Αγγλος συγγραφέας. Μάλιστα, ο Μαρξ το αναφέρει σε πολλά από τα κείμενά του: «Ο Σέξπιρ ήξερε καλύτερα από τους ξεσκολισμένους μικροαστούς μας πως το χρήμα, η μορφή της πιο γενικής ιδιοκτησίας, έχει ελάχιστη σχέση με τις πραγματικές ανάγκες του κάθε προσώπου…».

Πότε με την οργή ενός Εβραίου προφήτη και πότε με τη δική του, ο Τίμων καταριέται τη διαφθορά και καταλήγει να λέει: «Είμαι μισάνθρωπος, μισώ το ανθρώπινο γένος».

Καταγγέλλει τη μεταστροφή των αξιών, τη νόθευση, την επιορκία. Ολα συμβαίνουν για το χρυσάφι: «Τόσο απ’ αυτό κάνει το μαύρο άσπρο, τ’ άσκημο ωραίο, τ’ άδικο δίκιο, το χυδαίο ευγενικό, το παλιό νέο, τη δειλία αντρεία… τούτος ο κίτρινος δούλος κάνει λατρευτή τη λέπρα… ξαναπαντρεύει χήρα μαραμένη· γυναίκα απ’ το νοσοκομείο με σπυριά ομπυασμένα που προκαλεί εμετό, αυτό την μπαλσαμώνει και την αρωματίζει πάλι ανθό του Απρίλη… Εσύ, ορατέ θεέ του χρυσαφιού, δένεις τα ασυμβίβαστα και τα σμίγεις στο φιλί».

Ο Τίμων ξέρει και ο ποιητής γνωρίζει την πανάρχαια παραδοχή πως η αδιάκοπη δίψα του ανθρώπου για το χρήμα τον κάνει απάνθρωπο.

Σπάνια υπερβαίνει η ανθρώπινη φύση την ίδια της την άφιλη υπόσταση: «Να μου τάξεις φιλία, αλλά να μη μου δείξεις. Αν θες να μου τάξεις, οι θεοί να σε βασανίσουν, γιατί ‘σαι άνθρωπος! Αν μου δείξεις να σε ξεκάνουν, γιατί ‘σαι άνθρωπος».

Δύναμη, δίκην αδυναμίας, ενός απάνθρωπου λόγου περί ανθρώπου, λέει ο Ζακ Ντεριντά για το συγκεκριμένο απόσπασμα.

Αυτά σκεφτόμουν για την παράσταση και τον Τίμωνα καθώς γύριζα σπίτι και έβλεπα ανθρώπους και αρουραίους της πόλης να ψάχνουν στα πεζοδρόμια τα σκορπισμένα σκουπίδια από την τελευταία απεργία.

Και αυτόματα σκέφτηκα και κάποιους άλλους που συσσωρεύουν άπληστα όλο το χρυσάφι του κόσμου στα γρανιτένια χρηματοκιβώτιά τους.

Τι θα έλεγαν άραγε αν έβλεπαν την εικόνα ο Σέξπιρ και ο Μαρξ; Πιθανότατα τα ίδια πράγματα που έλεγαν και τότε, ξαναθυμίζοντάς μας πως ούτε οι άνθρωποι άλλαξαν τόσο πολύ, ούτε οι εποχές.

Αχ Τίμωνα, άρχοντα της πόλης των Αθηνών, έζησες τη ζωή σου κάνοντας δώρα στους πιστούς και αγαπημένους σου φίλους. Απολάμβανες τη συντροφιά τους και πίστευες στην τιμιότητά τους.

Μα το χρυσάφι, και τότε και τώρα και πάντα(;), τον άνθρωπο κάνει απάνθρωπο.