«Δεν πρέπει να λες την αλήθεια, παρά μονάχα σε εκείνους που έχουν το δικαίωμα να τη γνωρίζουν. Όμως οτιδήποτε κι αν λες πρέπει να είναι αληθινό» (Τόμας Μαν)
Oι δύσκολες αποφάσεις, οι χειρισμοί στις απαιτητικές συγκυρίες, η υπεράσπιση των επιλογών που έρχονται σε άμεση ρήξη με πολλούς (που έχουν διαφορετικές έως… εχθρικές… απόψεις για το ίδιο ζήτημα), η διασύνδεση παρόντος και μέλλοντος με όρους προωθητικούς, ο έλεγχος των αντιφατικών συνθηκών, είναι τα «εκλεκτά» εκείνα σημεία που κατοχυρώνουν ή μη την υστεροφημία των προσωπικοτήτων που έχουν κληθεί να κρατάνε τα ηνία από σημαντικότατα πόστα.
Όμως πολλοί, και μάλιστα συχνότατα…, μένουμε στα άτομα και αφήνουμε αρκετά πιο πέρα το γενικό. Γιατί αν ο Αλέξης Τσίπρας και οι συνεργάτες του είναι στην παρούσα φάση οι άνθρωποι που διαχειρίζονται το ζήτημα της ονομασίας του γειτονικού κρατιδίου, η συνέχεια και το μέλλον είναι κάτι που υπερβαίνει τις ατομικές στάσεις. Παρότι αυτές ορίζουν σε μεγάλο ποσοστό το είδος των επερχόμενων εξελίξεων.
Ας ψάξουμε, λοιπόν, να βρούμε τις επιπτώσεις που θα έχει στο μέλλον η συμφωνία στην οποία κατέληξαν οι Τσίπρας-Ζάεφ. Eκεί θα βρεθούν οι απαντήσεις για το αν είναι μία συμφωνία αποδοτική για τα ελληνικά συμφέροντα ή όχι. Στο σήμερα δεν είναι εύκολο να κρίνει κάποιος με ευκολία. Εξάλλου οι υπερασπιστές της συμφωνίας θα εστιάσουν στα σημεία που εκείνοι κρίνουν πως την καθιστούν μία θετική εξέλιξη, όσοι εναντιώνονται θα πράξουν το αντίθετο.
Για να καταλάβουμε κάποια πράγματα θα πρέπει να μελετήσουμε βαθιά τα επιχειρήματα όλων, να συνυπολογίσουμε τους συσχετισμούς των παγκόσμιων ενδοεξουσιαστικών ανταγωνισμών (που διαρκώς εντείνονται σε διάφορες γεωγραφικές περιοχές, άρα και στη γειτονιά μας…), να αφουγκραστούμε τις συμμαχίες που υπάρχουν, να διερευνήσουμε οικονομικές προεκτάσεις, και να αναγνωρίσουμε τις («παραινετικές» ή μη) πιέσεις που ασκούνται στο διπλωματικό (και όχι μόνο…) επίπεδο. Η καλή πίστη που μπορεί να έχει ο οποισδήποτε από εμάς δεν μπορεί να αποκλείσει διάφορες σκέψεις που να σχετίζονται με μέλλουσες διαφοροποιημένες κινητικότητες στο πέρασμα του χρόνου.
Σε τέτοια ζητήματα αποκαλύπτεται η πραγματική ουσία των αντιθέσεων στο εσωτερικό μίας κοινωνίας. Αν σκεφτούμε πόσες διαφορετικές απόψεις υπάρχουν για το θέμα της ονομασίας της ΠΓΔΜ στην ελληνική κοινωνία, καταλαβαίνει κάποιος πολύ εύκολα πως ένας πρωθυπουργός ξέρει εκ των προτέρων πως καμία απόφαση του δεν θα είναι «αναίμακτη».
Παρακολουθώντας με μεγάλη προσοχή τον Έλληνα πρωθυπουργό στη βαρυσήμαντη τηλεοπτική του συνέντευξη το βράδυ της Τετάρτης στην ΕΡΤ, ο Αλέξης Τσίπρας μου έβγαλε πως είχε αποφασίσει να δώσει μία λύση στο συγκεκριμένο ζήτημα, και για να απαλλαγεί από αυτό, και για να μπορέσει απερίσπαστος να επικεντρωθεί στις άλλες πολιτικές προτεραιότητες που θέτει για το άμεσο μέλλον τόσο το δικό του, όσο και του ίδιου του ελλαδικού χώρου.
Δεν νομίζω πως ο ίδιος θεωρεί πως αυτή η συμφωνία ήταν η καλύτερη, αλλά είναι μέσα του βαθιά πεπεισμένος πως μπορεί να γίνει αντιληπτή ως η καλύτερη δυνατή. Υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα σε αυτά τα δύο και αυτή την κάνει το γεγονός πως σε διαπραγματεύσεις τέτοιου βεληνεκούς κάτι δίνεις, για να μπορέσεις να πάρεις. Το θέμα είναι αυτό που δίνεις να μη σε φέρει στο μέλλον προ δυσάρεστων εκπλήξεων, και αυτό που παίρνεις να σου επιτρέψει να κάνεις βήματα μπροστά σε καθοριστικούς τομείς των πολύπλευρων υποχρεώσεων σου (ακόμα κι αν αυτοί βρίσκονται σε διαφορετικά «ύδατα» από εκείνα του επίδικου «διαξιφισμού»)…
Δεν μπορεί να αμφισβητηθεί εύκολα πως η συγκεκριμένη κυβέρνηση εδώ και τρία χρόνια περίπου προσπαθεί να πετύχει αυτό το κάτι που θα ικανοποιούσε ένα ρεαλιστικό συλλογικό αισθητήριο σε όλους τους τομείς των δραστηριοτήτων της. Στην πράξη, όμως, συνήθως παίρνει κάθε φορά κάτι λιγότερο από το ταβάνι των επιδιώξεων της. Αυτό έχει να κάνει, κυρίως, με το γεγονός πως οι ισχυροί κάθε φορά είναι εκείνοι που ορίζουν τα μερίδια της εκάστοτε πίτας.
Η διεθνής συγκυρία είναι πολύ δύσκολη και στη Νέα Δημοκρατία πρέπει να το σκέφτονται περισσότερο αυτό πριν αρχίσουν να ξιφουλκούν για κάθε ζήτημα. Αν ο ΣΥΡΙΖΑ στο σήμερα υποχρεώνεται συχνά-πυκνά να κάνει βήματα πίσω, ουδείς μπορεί να υποσχεθεί στο κόμμα της νυν αξιωματικής αντιπολίτευσης πως δεν θα υποχρεωθεί να πράξει το ίδιο στο μέλλον και αυτό…
Και μάλιστα με χειρότερους όρους για την πλειοψηφία της κοινωνίας σε διάφορους τομείς, πράγμα που θα κάνει τη δυσφορία πιο έντονη… Το διάστημα 2012-2015 επιβεβαιώνει του λόγου το αληθές. Οι διεθνείς συσχετισμοί δεν είναι ένα εύκολο και «για κάθε χρήση» άλλοθι, που δικαιολογεί τα πάντα. Λειτουργούν, όμως, πολύ ασφυκτικά για κάθε μικρότερη (από τις Μεγάλες Δυνάμεις του σύγχρονου πολυπολικού κόσμου μας) κρατική οντότητα.
