Η ενοποίηση της αντικειμενικής γνώσης είναι ιδεαλιστική, η ενοποίηση της υποκειμενικής είναι μια ιδέα, δηλαδή ένας στόχος που μπορούμε να πλησιάσουμε στο άπειρο, χωρίς να τον φτάσουμε ποτέ. Επιστρέφω στην τετριμμένη μεταφορά του αρχιπελάγους: η γνώση είναι ένα σύνολο από μεμονωμένα νησιά, αλλά όχι μια ήπειρος.
Η πρόοδος των επιστημών ανέπτυξε τις σχέσεις ανάμεσα στα νησιά, αλλά δεν τα ένωσε. Οι αποστάσεις ανάμεσα στη φυσική και τη χημεία, ανάμεσα στη χημεία και τη βιολογία, ανάμεσα στη βιολογία και την ψυχολογία, ανάμεσα στην ψυχολογία και την οικονομία ελαττώθηκαν, αλλά τα κενά υπάρχουν. Στο κάθε νησί εργάζονται ξεκινώντας από περιορισμένες και καθορισμένες εμπειρίες, με καθορισμένες μεθόδους, που είναι επικίνδυνο να μεταφέρονται με βιασύνη από το ένα νησί στο άλλο.
Είναι προφανές ότι αυτή η διαπίστωση μπορεί να οδηγήσει στην υπερεκτίμηση της εξειδίκευσης, στο να ψαλιδίσει τα φτερά της φιλοσοφίας, να πνίξει κάθε ώθηση προς την ενοποίηση της γνώσης και προς μια ολοκληρωτική αντίληψη της πραγματικότητας∙ αλλά η επούλωση δεν μπορεί να κατευθύνεται στον αντίποδα, δηλαδή στο να γενικεύει ορισμένες μεθόδους ως ισχύουσες για τη γνώση ολόκληρης της αλήθειας και την κατασκευή μιας απατηλής ολότητας γεμίζοντας τα κενά, πριν ακόμη και από την επιστήμη.
Η πρόοδος της επιστήμης, που εμπλουτίζει τις σχέσεις ανάμεσα στα νησιά, επιβεβαιώνει ότι η μοναδική ιδέα ικανή για την ενοποίηση της γνώσης είναι η αποτελεσματικότητα του αντικειμένου∙ για την ώρα σε κάθε νησί πρέπει να εργαστούμε με περιορισμένες και προσωρινές αντιλήψεις, γιατί δεν είμαστε σε θέση να αντλήσουμε καμιά παγκόσμια ολότητα: για παράδειγμα, στην ψυχολογία με έννοιες όπως ένστικτο, λίμπιντο, σκέψη κ.λπ., για τις οποίες δεν γνωρίζουμε τη βάση και τη δυναμική στο νευρικό σύστημα και στο βιολογικό ανθρώπινο σύμπλεγμα∙ στην οικονομία με έννοιες όπως ανάγκες, στη λογοτεχνική κριτική με έννοιες όπως συναίσθημα, λυρισμός, έκφραση, που δεν έχουν βάση σε μια επιστημονική ψυχολογία. Χωρίς αυτά τα ακατάλληλα και προσωρινά στοιχεία, θα είχαμε περιέλθει σε απόλυτη παράλυση.
Η εξειδίκευση είναι μια αναγκαιότητα∙ αλλά ως τέτοια πρέπει να την αισθανθούμε και να την κάνουμε αποδεκτή, χωρίς να είμαστε περήφανοι ή ενθουσιασμένοι. Είναι ένα κεκλιμένο επίπεδο, που μπορεί να οδηγήσει στον αγνωστικισμό ή ακόμη πιο πέρα, μέχρι τον θρησκευτικό μυστικισμό∙ μερικοί θετικιστές το διέτρεξαν μέχρι το τέλος.
Βρισκόμαστε σ’ αυτό το κεκλιμένο επίπεδο, και δεν μπορούμε να κάνουμε διαφορετικά∙ αλλά πάνω σ’ αυτό μπορούμε να σταματήσουμε εγκαίρως, δηλαδή να αποδεχτούμε την εξειδίκευση και να προσπαθήσουμε να αυξήσουμε τις σχέσεις ανάμεσα στις επιστήμες, τη σύγκριση ανάμεσα στις μεθόδους, να εργαστούμε με αυστηρότητα χωρίς να καταπνίξουμε την ανάγκη ενοποίησης της γνώσης.
* ομότιμος καθηγητής ΑΠΘ
