Δημοσιοποιήθηκε πρόσφατα ότι σε παραθαλάσσια πόλη χώρας της Ευρωπαϊκής Ενωσης με πανηγυρικό τρόπο εγκαινιάσθηκε, στο πλαίσιο του προγράμματος μεταπτυχιακών σπουδών της Διά Βίου Εκπαίδευσης (Éducation permanente), ως αυτοτελής ενότητα η «Δημόσια Ιστορία».
Διαβάζω και ξαναδιαβάζω το σκεπτικό της, με το οποίο δομείται το σύνολο των επιμέρους μαθημάτων της. Και πριν ακόμη εξασφαλίσω τα απαραίτητα δίδακτρα εγγραφής μου, προσπαθώ να σταθμίσω την «ιδιαιτερότητα των νέων μορφών παραγωγής ιστορικής γνώσης» που ωστόσο δεν κάνουν τίποτε άλλο παρά να «εκλαϊκεύουν» την «ακαδημαϊκά παραγόμενη ιστορική γνώση» – αυτή που μένει στο απυρόβλητο, ιδίως αν διακρίνεται για σωρεία λαθών, πραγματολογικών και ερμηνευτικών.
Ανατρέχω σε συνέδριο που πραγματοποιήθηκε το φθινόπωρο του 2002 στην πρωτεύουσα της ίδιας χώρας. Τότε δεν είχε προλάβει να «παρελάσει» με το κεφάλι ψηλά και αυτοτελώς η «Δημόσια Ιστορία». Κάπου κάπου την κρατούσε από το χέρι ο H. White, την υπονοούσαν τρόφιμοι του European University της Φλωρεντίας, οι αναφορές στην «πρόκληση του μεταμοντερνισμού» δεν την αγνοούσαν, ενώ μια πρώτη κριτική σε φιλικό περιοδικό στρέφεται κατευθείαν προς τη «γλωσσολογική στροφή» και το «νεφέλωμα των πολιτισμικών σπουδών». Φαίνεται ότι ο Βέλγος ιστορικός της Ιταλίας δεν είχε «ενηλικιωθεί» συγγραφικά – μόλις το 2012 έγινε πρόεδρος της International Federation for Public History.
Στο ίδιο συνέδριο κατατέθηκε και μια υποσημείωση που καταγράφει θετικά τον «πρωταγωνιστικό ρόλο», τον οποίο αναλαμβάνουν ως προς τη «Δημόσια Ιστορία» οι «επαγγελματίες ιστορικοί». Από την ίδια πένα που θα προσπαθήσει να συλλάβει την «έκρηξη ιστορίας στα ΜΜΕ», μέσα από μια σχετλιαστική αντιμετώπιση της «κατανάλωσης Ιστορίας» που «χρησιμοποιεί την παραδοσιακή εικόνα της αυθεντίας του ιστορικού».
Αναρωτιέμαι πώς κάποιος/α γίνεται πρόεδρος της Διεθνούς Ομοσπονδίας για τη «Δημόσια Ιστορία», τώρα που τα βιβλιοπωλεία «Public» έχουν πληθύνει ανά τον κόσμο… Ιδίως όταν εντελώς στη γειτονιά σου, στο Παρίσι και όχι στις Βρυξέλλες, από την «κρίση» της ιστορίας μεταβαίνεις στη «socio-histoire» και στον «socio-historien» που δεν είναι ένας «porte-parole». Οταν μάλιστα νωρίς διέκρινες ότι ο δημοσιογράφος «πήρε σε μεγάλο μέρος τη θέση του ιστορικού» κατά την αντιμετώπιση του «παρόντος χρόνου». Ή όταν επιβράβευες όσους/ες εξακολουθούν να πιστεύουν στο «ιδεώδες της αλήθειας και της αντικειμενικότητας» και δεν «γοητεύονται από σχετικιστικούς λόγους». Τέλος, όταν μια και μόνη φορά μνημονεύεις τον White και μάλιστα ως παράδειγμα προς αποφυγήν…
«Δημόσια» και «ακαδημαϊκή Ιστορία» πώς συνευρίσκονται, έστω κι αν τα παραδείγματα ρητά δεν προκύπτουν από «ακαδημαϊκούς θεσμούς»; Η «διαμεσολάβηση» τελείται με την «ιδεολογική χρήση της Ιστορίας»; Η διατύπωση αυτή έχει βέβαια συγκεκριμένη σήμανση και αποδέκτες. Κινδυνεύει όμως, κάποτε, να εκληφθεί ότι περιγράφει το αντίθετό της ως ιδεώδες πραγματοποιήσιμο. Δηλαδή, ότι υπονοείται η «στρέβλωση της ιστορίας σε μύθο». Ενώ πρόκειται για «εγγενή» λειτουργία κάθε επιστημονικού έργου, σχετικώς προβλέψιμη και προφανώς αποτυπώσιμη a posteriori. Το σχήμα από τον «μύθο» στον «λόγο» και τούμπαλιν εκτρέφει σειρά μορφών «θετικισμού», στις οποίες επιβάλλεται να συμπεριληφθεί και ο «μαρξιστογενής».
O Noam Chomsky είχε διακρίνει την «competence» από την «performance», δηλαδή τη «γραμματική» από τη «λεκτική» δυνατότητα… Ήταν ο ίδιος που ρωτούσε να μάθει γιατί η «ιδεολογική χρήση της Ιστορίας», δηλαδή η φερόμενη ως «μεροληπτική της ανάγνωση», αποτελεί μια «διαφορετική έκφανση της Ιστορίας στον δημόσιο χώρο» που οι συμπατριώτες μας ιστορικοί την προσέλαβαν από τη Γαλλία. Οσο για την «εργαλειακή της επιστράτευση» ήταν απλώς «ευκαιριακή»;
Γενικότερα, ποιοι αυτοαναγορεύονται σε «μετα-ποιητές της Ιστορίας», με όσες σημασίες διαθέτει η «μετα-ποίηση»; Και πώς; Με «εκδηλώσεις μνήμης» που έχουν «χαρακτήρα πολυθεάματος»; Δηλαδή, όταν επιχειρούν να «συνταιριάσουν ιστορικό και ποιητικό αναλόγιο με μουσική, χορό και προβολές οπτικοακουστικού υλικού»; Μόνο που η «vision filmique de l’ histoire» δεν μπορεί να υπονομεύσει την εννοιολογική σκέψη και την αναγκαία αποδεικτική διαδικασία, όσοι/ες και αν καταγραφούν ως «επισκέπτες» της. Κάθε εφαρμογή της «Counter-Factual History» κρίνεται από το «πότε», το «πού» και το «ποιοι», έτσι που να επιμένουμε στα «αίτια» και τα «αποτελέσματα».
Η αιτιώδης συνάφεια εκτυλίσσεται στον χρόνο, διαδραματίζεται στον τόπο και τελείται με συγκεκριμένα υποκείμενα. Η κίνηση βέβαια από τα «αίτια» στα «αποτελέσματα», στην πληθυντική τους αποτύπωση, δεν είναι γραμμική ούτε αποκλείει τον ρόλο της «συγκυρίας». «Πρόβλημα», λοιπόν, είναι η δυνατότητα προβολής των «αιτίων» στα «αποτελέσματα», ό,τι δηλαδή συνιστά την πεμπτουσία του «ιστορικώς εννοείν». Ο,τι τέλος, μας προφυλάσσει από την «αυτομορφική» σύλληψη της πραγματικότητας.
Ο τίτλος του παρόντος κειμένου ανήκει στον E. Said: «New History, Old Ideas», με συνεπακόλουθη την ετυμηγορία: «Πολλή φασαρία για το τίποτα»… Γι’ αυτό θα χρειαστεί μάλλον να επανέλθω ως προς τους «θεσμούς δημοσιότητας», την «τηλεξουσία» και τον «πολιτισμό της εικόνας», έχοντας ως επίκεντρο τη μετατροπή της Ιστορίας σε «literary artifact».
* ομότιμος καθηγητής Κοινωνικής και Πολιτικής Φιλοσοφίας του Πανεπ. Αθηνών
