Τα συλλαλητήρια για το «Μακεδονικό» δεν πρέπει να λειτουργήσουν ως πολιτικό βαρόμετρο για την εξεύρεση λύσης σε ένα διπλωματικό ζήτημα που ταλανίζει εδώ και δεκαετίες τις δύο χώρες.
Αναμφίβολα το ποιος τα διοργανώνει, ποιοι συμμετέχουν, τι επιδιώκουν και τι ανακατατάξεις στο πολιτικό σκηνικό μπορεί να προμηνύουν έχει σημασία, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την ανάγνωση ενός αφανούς πεδίου που κινείται στον ευρύτερο εθνικιστικό χώρο με εκλεκτικές πολιτικές συγγένειες αλλά και των βαθύτερων νοοτροπιακών στάσεων.
Ωστόσο οι επικλήσεις στο λαϊκό αίσθημα ή, ταυτόχρονα, η προγραμματική καταδίκη όλων των λαϊκών κινητοποιήσεων είναι εξίσου πολιτικά προσχηματικές.
Γιατί δεν έχει πάντοτε τα ίδια χαρακτηριστικά το πλήθος που κατεβαίνει στους δρόμους και στις πλατείες. Υπάρχουν διαφορετικά πλήθη που κινητοποιούνται για διαφορετικούς λόγους.
Ας δούμε όμως μερικές όψεις της ιστορίας του πλήθους στην Ελλάδα.
Δεν ήταν ίδιο το πλήθος στα Ευαγγελιακά (1901) και το πλήθος που κατέβηκε για να υποστηρίξει το κίνημα στου Γουδή το 1909.
Στην πρώτη περίπτωση, τo πλήθος κινητοποιήθηκε στο όνομα της «ψυχής του λαού», με αφορμή τη μετάφραση του ευαγγελίου στην καθομιλουμένη γλώσσα. Στις κινητοποιήσεις πρωτοστάτησαν οι συντηρητικοί κύκλοι της Αθήνας, αλλά συμμετείχαν και οι συντεχνίες και οι λαϊκοί άνθρωποι, οι οποίοι φοβούνταν την αλλοίωση της παράδοσης.
Στη δεύτερη περίπτωση, το πλήθος ήθελε να αλλάξει η πολιτική παράδοση. Απαιτούσε την εξυγίανση και την ορθολογικοποίηση του δημόσιου βίου, τον εκσυγχρονισμό της πολιτικής ζωής, τη θεσμοποίηση κανόνων λειτουργίας της οικονομίας και της κοινωνίας.
Μπορεί ένα μεγάλο μέρος των δύο συγκεντρώσεων να αποτελούνταν από τους ίδιους ανθρώπους, αλλά άλλες περιστάσεις και αιτήματα στο ένα, άλλα στο άλλο.
Παρόμοιες είναι οι διαφορές και στις επόμενες δεκαετίες. Δεν είναι το ίδιο το πλήθος που το 1936 κατέβαινε σε εργατικές διαδηλώσεις, με εκείνο που κινητοποιούσε ο Μεταξάς στις εκδηλώσεις του Τρίτου Ελληνικού Πολιτισμού στο Καλλιμάρμαρο.
Δεν ήταν ίδιο το πλήθος που ζητωκραύγαζε το ΕΑΜ τον Δεκέμβρη του 1944, με εκείνο που το καταδίκαζε μετά τα Δεκεμβριανά.
Δεν ήταν ίδιο το πλήθος που ζητωκραύγαζε τον Ανδρέα Παπανδρέου το 1981, με εκείνο του πρώτου συλλαλητηρίου για το «Μακεδονικό» το 1992. Ούτε το πλήθος που συμμετείχε στα πρόσφατα συλλαλητήρια για το «Μακεδονικό» με τους «Αγανακτισμένους» του 2011.
Αλλοτε μικρές, άλλοτε μεγάλες επικαλύψεις, οι διαφορές παραμένουν. Δεν μας επιτρέπεται επομένως να μιλάμε ούτε για το καλό πλήθος, η «ψυχή του λαού», ούτε για το κακό πλήθος, δηλαδή ο «άξεστος όχλος» ή ο «απαθής λαός».
Οπως οι λέξεις αποκτούν νόημα από τη θέση τους στη δομή του λόγου, έτσι και οι συγκεντρώσεις είναι ένα ιστορικό γεγονός που αποκτά νόημα και μπορεί να ερμηνευτεί από τη θέση του στην ευρύτερη πολιτική εξέλιξη.
Τι σημαίνει αυτό για την εμπειρία των πρόσφατων συλλαλητηρίων;
Η παγίδα που θα πρέπει να αποφύγουμε είναι να επιχειρήσουμε να ερμηνεύσουμε τα συλλαλητήρια με βάση εικαζόμενες πολιτικές ταυτότητες των ανθρώπων που συμμετείχαν σε αυτά, παραβλέποντας ότι τα ίδια τα συλλαλητήρια αποτελούν πεδίο συγκρότησης των ταυτοτήτων αυτών.
Η έννοια του «λαϊκού» που χρησιμοποιείται σε τέτοιες πρακτικές (για παράδειγμα, λαϊκό αίσθημα, λαϊκός πατριωτισμός κ.λπ.) είναι μία έννοια που αποκρυσταλλώνεται εντός των σχέσεων εξουσίας, χωρίς αναγκαστικά να περιχαρακώνεται από διαφορές στην πολιτική ιδεολογία ή ακόμη και στην τάξη.
Το λαϊκό (όπως και η αντίστοιχη κουλτούρα του) συγκροτείται οριζόντια, γύρω από την αίσθηση του αποκλεισμού από την εξουσία.
Οταν λοιπόν αυτό το πλήθος κατεβαίνει στους δρόμους, το διακύβευμα δεν είναι αναγκαστικά αυτό που διατρανώνεται στα συνθήματα της πολιτικής παρέμβασης, αλλά αυτό που ακούγεται σαν βουητό στις τάξεις των συγκεντρωμένων: η διεκδίκηση της ορατότητας και μέσω αυτής της συμμετοχής στις αποφάσεις της εξουσίας.
Φάνηκε καθαρά άλλωστε στα πρόσφατα συλλαλητήρια, όπου την ετερογένεια του πλήθους (σε όλα τα επίπεδα, από το πολιτικό ώς το αισθητικό) επικαθόριζε η συλλογική περιχαράκωση γύρω από το «όνομα» και το «παρελθόν» ως το τελευταίο καταφύγιο ενός λαού που νιώθει ότι δεν έχει κάπου αλλού να στηριχθεί.
Αν κάτι είναι κρίσιμο να καταλάβουμε από αυτά τα συλλαλητήρια, δεν είναι η κυριολεξία της πρότασής τους ως προς τις διπλωματικές διαπραγματεύσεις.
Το κρίσιμο είναι να ακούσουμε την αγωνία ενός ολόκληρου κόσμου που νιώθει αποκλεισμένος και περιθωριοποιημένος από την ίδια του την κοινωνική ύπαρξη. Και αυτό επειδή η ευρύτητα της έννοιας του «λαϊκού» είναι αυτή που εμπεριέχει και τα σπέρματα της δυναμικής της μετατροπής του πλήθους σε πολιτική οντότητα.
Στη μετατροπή αυτή μπορεί είτε να λειτουργήσει ως δύναμη που αμφισβητεί το κατεστημένο και συνεισφέρει στο να γίνουν βήματα προς τη μεριά της συλλογικής προόδου είτε να φλερτάρει με τον λαϊκισμό και να γίνει σύμμαχος στη διατήρηση υφιστάμενων κοινωνικών και πολιτικών παθογενειών.
Το στοίχημα είναι ανοιχτό και παίζεται αφενός στο όραμα και την ελπίδα και αφετέρου στη διαμόρφωση της δυναμικής των συλλογικών πολιτικών πρακτικών.
