«Η Δημοκρατία δεν πρέπει να είναι θεσμός που εξισορροπεί συμφέροντα και αποκοιμίζει συνειδήσεις, αλλά εργαλείο επιβολής της θέλησης των πολλών. Είναι ένας διαρκής αγώνας να κερδίσουμε συνειδήσεις και να ξαναβάλουμε τις μάζες στο πεδίο της πολιτικής πάλης» (tweet του Αλέξη Τσίπρα).
Η χοντροκομμένα λαϊκιστική απεικόνιση της δημοκρατίας («εργαλείο επιβολής της θέλησης των πολλών») από τον Έλληνα πρωθυπουργό, και μάλιστα μέσω του κατεξοχήν εργαλείου της σύγχρονης επικοινωνιακής μετα-δημοκρατίας (twitter), φέρνει στο προσκήνιο τον διαχρονικό διάλογο-διαμάχη Rousseau-Toqueville, έναν διάλογο που δεν διεξήχθη στον ίδιο ιστορικό χωροχρόνο, ωστόσο ιδεοτυπικά παρέχει το υλικό για διαρκή αναστοχασμό των σχέσεων δημοκρατίας και φιλελευθερισμού.
Ο Rousseau, σε αντίστιξη προς τους δύο συμβολαιακούς προγόνους του (Hobbes, Locke), οι οποίοι εργαλειοποιούν την πολιτική κοινότητα προς την εξυπηρέτηση ενός minimal (ζωή, ασφάλεια) ή περισσότερο προωθημένου φιλελεύθερου σκοπού (ελευθερία, ιδιοκτησία) αντίστοιχα, αντιμετωπίζει την αυτοκυβέρνηση του πλήθους ως αυτοσκοπό κατά τη συγκρότηση της πολιτικής κοινότητας. Παίρνοντας σαφείς αποστάσεις από την ωμή επιβολή της πλειοψηφίας, ο παρεξηγημένος (από πολλούς φιλελεύθερους στοχαστές) Γαλλοελβετός φιλόσοφος αναζητά στη «γενική βούληση» (volonté generale) το νομιμοποιητικό βάθρο της εξουσίας. Κατά τον πρώιμο ουτοπικό σοσιαλιστή Rousseau, η γενική βούληση υπερβαίνει ποιοτικά το άθροισμα των επιμέρους ατομικών βουλήσεων που τυγχάνει να συμπίπτουν, στηριζόμενη στην πολιτική ισότητα και στην αρετολογική, νεοαριστοτελική πρόσληψη του «κοινού αγαθού».
Στην πράξη, πάντως, η ρουσσωϊκή ιδέα της αυτοκυβέρνησης του πλήθους θεωρήθηκε, κατά μια διαστρεβλωμένη εκδοχή της, τυραννία της πλειοψηφίας ή επιβαλλόμενη απόφαση του εκάστοτε κυριάρχου (Schmitt) και οδήγησε σε μια φιλελεύθερη κριτική της ανόθευτης, αδιαμεσολάβητης δημοκρατίας.
Συγκεκριμένα, ο Toqueville επισήμανε τον κίνδυνο εμφάνισης μιας τυραννικής πλειοψηφίας, η οποία οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε εξαφάνιση ή, έστω, σε υπονόμευση των ατομικών δικαιωμάτων-ελευθεριών των καταπιεζόμενων μειοψηφιών. Η νομοθετική αστάθεια σε βάρος των δικαιωμάτων, συνέπεια της ευμετάβλητης σύνθεσης της εκάστοτε κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, αποτελεί, κατά τον Toqueville, δεινό όχι μιας παρέκκλισης, αλλά του ίδιου του δημοκρατικού πολιτεύματος εν γένει.
Ο Toqueville, εντοπίζοντας ολοκληρωτικά χαρακτηριστικά στη δημοκρατία ως πολίτευμα, αναπαράγει το –κατά τον Albert Hirschman- επιχείρημα της ματαιότητας (There Is No Alternative), το οποίο χρησιμοποιήθηκε, στο πλαίσιο μιας «αντιδραστικής» ρητορικής, ως αφοριστική κριτική απέναντι στην Γαλλική Επανάσταση ως (υπερ)δημοκρατική ουτοπία, αλλά και ως ιστορικό γεγονός-τέχνη του εφικτού.
Τόσο η ρουσσωϊκή εξιδανίκευση της δημοκρατίας όσο και η τοκβιλιανή εξιδανίκευση της ελευθερίας θεμελιώνονται σε μια «από τα πάνω» προσέγγιση των κοινωνικοπολιτικών σχέσεων. Ειδικότερα, η πρωτοκαθεδρία της ισότητας στο δημοκρατικό φαντασιακό, αντί για τη χειραφέτηση των μαζών, οδηγεί ενίοτε σε έναν κρατικό (κυβερνητικό) πατερναλισμό ή, ακόμα πιο δυστοπικά, σε μια οργουελική «φάρμα των ζώων», όπου κάποια «πολιτικά ζώα» είναι περισσότερο ίσα από κάποια (αυθαίρετα χαρακτηριζόμενα ως) «άλλα». Από την άλλη, η –τυπικώς- ίση ελευθερία των αυτόνομων προσώπων δεν απειλείται μονάχα από μια αυταρχική (δημοκρατικοφανή) εξουσία, αλλά κυρίως από τις καταπιεστικές σχέσεις παραγωγής και ανταλλαγής στην υποδομή της πολιτικής κοινωνίας, δηλαδή από την εξόφθαλμα άνιση πρόσβαση στην ιδιοκτησία, στον θεμέλιο λίθο της αστικής κοινωνίας.
Η αντιπροσώπευση ως αναγκαία διαμεσολάβηση για την εναρμόνιση μεταξύ φιλελευθερισμού και δημοκρατίας απαξιώνεται στις μέρες μας τόσο από τη σκοπιά του φιλελευθερισμού όσο και υπό το πρίσμα της δημοκρατίας. Η (νεο)φιλελεύθερη σκέψη αμφισβητεί καταστατικά την ίδια την ύπαρξη της (κρατικής ή υπερεθνικής) πολιτικής κοινότητας, θεωρώντας μια –δημοκρατικά νομιμοποιημένη- εξουσία εξ’ ορισμού ευεπίφορη σε αυταρχικές, αναδιανεμητικές παρεμβάσεις υπέρ των ψηφοφόρων-«πελατών» της. Από την άλλη, στη ριζοσπαστική σκέψη, ενόψει της κρίσης αντιπροσώπευσης, γίνεται όλο και συχνότερα επίκληση των δημοψηφισμάτων ως δήθεν αυθεντικών τρόπων έκφρασης του κυρίαρχου, περιθωριοποιημένου από τις δαιμονικές ελίτ, λαού. Τόσο η ταξική μεροληψία του μεταμοντέρνου «κράτους-νυκτοφύλακα» υπέρ των ολιγαρχών του πλούτου, όσο και η (αυτο)δικαίωση (ή απόρριψη) της εκάστοτε κυβερνητικής αφήγησης με την προσφυγή σε αδιαμεσολάβητα θεσμικά εργαλεία (π.χ. δημοψήφισμα) μαρτυρούν ασθενική δημόσια σφαίρα, πενιχρή δημοκρατική διαβούλευση και φόβο (ή συνενοχή) απέναντι στις μαζικές (κινηματικές ή διαμεσολαβημένες) εκδηλώσεις της κοινωνίας των πολιτών.
Τόσο ο φιλελευθερισμός όσο και η δημοκρατία, στην ιδεοτυπική τους εκδοχή, έχουν ως κοινό γνώρισμα τον πλουραλισμό συμφερόντων, ιδεών και απόψεων. Η δημοκρατία προσδίδει στην -ατομιστικά ιδωμένη- αυτονομία του πολιτικού φιλελευθερισμού μια περισσότερο συλλογική και αλληλέγγυα διάσταση, ενώ ο φιλελευθερισμός εμπλουτίζει τη δημοκρατία με το concept των δικαιωμάτων ως «ατού»-αξιώσεων του προσώπου που απορρέουν από την ίση αξιοπρέπεια όχι μόνο όλων των πολιτικών υποκειμένων, αλλά και όλων των μελών του ανθρώπινου γένους.
Η κρίση αντιπροσώπευσης αποτελεί τόσο κρίση δημοκρατίας (αντιπροσώπευση κομματικών ή οικονομικών ελίτ σε βάρος του «κοινού καλού») όσο και κρίση ελευθεριών (συγκέντρωση εξουσιών στην εκτελεστική εξουσία ή εργαλειοποίηση των δικαιωμάτων προς όφελος του πλειοψηφικά ερμηνευόμενου «γενικού συμφέροντος»). Η υπέρβασή της κρίσης νομιμοποίησης, όμως, δεν επιτυγχάνεται με την περαιτέρω αριστοκρατικοποίηση του δημοκρατικού πολιτεύματος, δηλαδή με τη θυσία του κοινοβουλευτισμού στο βωμό της τεχνοκρατίας των «ειδικών», ούτε με την μετάθεση της ευθύνης της τελικής απόφασης από την πολιτικά υπεύθυνη κυβέρνηση στον κυρίαρχο λαό μέσω δημοψηφισμάτων που πλήττουν τον διαβουλευτικό, πλουραλιστικό χαρακτήρα της δημοκρατίας. Κατά την ταπεινή μου γνώμη, απαιτείται μεγαλύτερη ενεργοποίηση της «από τα κάτω» κοινωνίας των πολιτών με αποκεντρωμένο, γνήσια χειραφετητικό τρόπο (π.χ. ενίσχυση των αρμοδιοτήτων και της αυτοτέλειας των Ο.Τ.Α. σε θεσμικό επίπεδο, αυτοδιαχειριζόμενες παραγωγικές μονάδες στην κοινωνικοοικονομική δομή).
