Οι πλειστηριασμοί για τη συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων ταυτίζονται με την αρπαγή, το ξεσπίτωμα και την πιο απάνθρωπη μορφή κολασμού των ανθρώπων για επιλογές οικονομικού χαρακτήρα που έκαναν στο παρελθόν και τις οποίες δεν κατάφεραν να διαχειριστούν με επιτυχία.
Οι εικόνες των υπέργηρων που, ανήμποροι και ανυπεράσπιστοι, βρέθηκαν από τη μια στιγμή στην άλλη στον δρόμο ή των παιδιών που ξαφνικά κλήθηκαν να «ξεχάσουν» τη ζωή τους όπως την ήξεραν πριν από τη βίαιη αρπαγή της οικογενειακής τους εστίας, είναι πολύ πιθανό σύντομα να κυριαρχήσουν στις τηλεοπτικές οθόνες, μετατρέποντας τον ανθρώπινο πόνο σε τηλεοπτικό προϊόν, το οποίο μπορεί να αποδειχτεί και… προσοδοφόρο.
Ας μη γελιόμαστε. Η εμπειρία έχει αποδείξει ότι η νεοφιλελεύθερη εκδοχή της οικονομίας είναι ιδιαίτερα ευέλικτη και ευρηματική στην αξιοποίηση της λέξης και της έννοιας «ηθική».
Με την ίδια ευκολία με την οποία εμφανίζουν την αρπαγή σαν αποτέλεσμα της αθέτησης υποχρεώσεων που αναλαμβάνει ο οφειλέτης έναντι του πιστωτή, μπορεί να μετατρέψουν και την ίδια την «τιμωρία» σε προϊόν το οποίο θα υπόκειται στη λογική των ισολογισμών και των «αποτελεσμάτων χρήσης».
Μπορεί όλο αυτό να φαντάζει υπερβολικό, στυγνό και απάνθρωπο, αλλά είναι πέρα για πέρα αληθινό, αφού γύρω από τους πλειστηριασμούς θα στηθεί –όπως άλλωστε έχει γίνει και στο εξωτερικό- ένα τεράστιο οικονομικό παιχνίδι εκατοντάδων εκατομμυρίων, από το οποίο κάποιοι λίγοι θα κερδίζουν και κάποιοι άλλοι θα βλέπουν τις ζωές τους να καταστρέφονται.
Πάρτε για παράδειγμα τις εκτιμήσεις της αξίας των πλειστηριαζόμενων ακινήτων.
Αν αληθεύουν οι πληροφορίες που εμφανίζουν τους δανειστές να απαιτούν 18.000 πλειστηριασμούς στη διάρκεια του 2018, αυτό σημαίνει ότι το εισόδημα που θα αποφέρουν σε μια δράκα ανθρώπων θα ξεπεράσει τα 2 εκατομμύρια ευρώ τον χρόνο.
Αν σε αυτό το ποσό προστεθεί και ο τζίρος από την παροχή υπηρεσιών «συμβουλευτικού χαρακτήρα» καθώς και οι αμοιβές εκείνων που εμπλέκονται στον σχεδιασμό, την εφαρμογή και την ολοκλήρωση της διαδικασίας, τότε το ποσό μεγαλώνει ακόμα περισσότερο.
Για να αντιληφθεί, να κατανοήσει και να προσδιορίσει κάποιος το μέγεθος της «οικονομίας των πλειστηριασμών», δεν έχει παρά να ανατρέξει στην πρόσφατη κρίση των στεγαστικών δανείων στις ΗΠΑ.
Εκεί για περίπου τέσσερα χρόνια πραγματοποιήθηκαν εκατομμύρια πλειστηριασμοί και κατασχέσεις, από τους οποίους ξεχείλισαν τα ταμεία συγκεκριμένων εταιρειών που εμπλέκονταν στην όλη διαδικασία: την κατάσχεση, το ξεσπίτωμα, τη συντήρηση, τον έλεγχο και την εκποίηση του ακινήτου.
Και, φυσικά, πρωταγωνιστές ήταν: οι «πιστωτές» -με την ιδιότητα του τραπεζίτη, του manager του fund- και εκείνοι που έπρατταν εξ ονόματός τους.
Τα πλοκάμια της «οικονομίας των πλειστηριασμών» μπορεί να φτάσουν ακόμα πιο μακριά.
Μία ιστορία από το παρελθόν μπορεί να αποδειχτεί ιδιαίτερα επίκαιρη («Αγροτική Πίστη και Αγροτικός Μετασχηματισμός στην Πελοπόννησο», ΜΙΕΤ, 1992):
Λίγο πριν από το ξέσπασμα της μεγάλης οικονομικής κρίσης το 1892, μία ισχυρή οικογένεια της Αιγιαλείας, η οικογένεια Παναγιωτόπουλου, παρείχε -έναντι αμοιβής- σε μικροκαλλιεργητές την υπηρεσία της «παροχής εγγύησης» προκειμένου να πάρουν δάνειο από την Εθνική Τράπεζα.
Οταν ξεκίνησε η κρίση, πολλοί για τους οποίους είχε εγγυηθεί η οικογένεια βρέθηκαν σε αδυναμία να εξυπηρετήσουν τα δάνειά τους.
Ετσι ξεκίνησαν οι κατασχέσεις και οι προσωποκρατήσεις, πολλές φορές μάλιστα με την προτροπή του «εγγυητή», ο οποίος στο μεταξύ είχε εξασφαλίσει «ασυλία» για τα δικά του δάνεια.
Και φυσικά την ίδια περίοδο δεν έλειψαν οι περιπτώσεις πλειοδοτών σε πλειστηριασμούς περιουσιακών στοιχείων οφειλετών, οι οποίοι χρηματοδοτούνταν από την τράπεζα.
Αν το καλοσκεφτεί κανείς, σήμερα αυτή η «οικονομία των πλειστηριασμών» μπορεί να κινηθεί σε θολά ή και βρόμικα νερά.
Η προέλευση των κεφαλαίων, η διαφάνεια των συναλλαγών και των συναλλασσομένων και η διαφθορά είναι ζητήματα τα οποία κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει.
Και η αλήθεια είναι ότι μέχρι αυτήν τη στιγμή κανείς δεν έχει θίξει αυτά τα θέματα και ουδείς έχει ασχοληθεί μαζί τους, αφού όλοι αντιμετωπίζουν την «οικονομία των πλειστηριασμών» ως οικονομική συναλλαγή μεταξύ οφειλέτη και δανειστή και όχι ως μία νέα κατάσταση με ευρύτερες πολιτικές και κοινωνικές προεκτάσεις.
