Η αγορά είναι γεμάτη κόσμο. Κορίτσια και αγόρια σε σταματούν στον δρόμο, κάτι πουλάνε ή διαφημίζουν. Ζητούν λίγο από τον χρόνο σου, ξέρουν πως πιθανότατα θα αρνηθείς, αλλά δεν τους πειράζει. Εχουν συνηθίσει στα υψωμένα φρύδια της άρνησης, στα ζαρωμένα μέτωπα που δυσανασχετούν, στα σώματά μας που τους παρακάμπτουν με έναν ελιγμό. Η αγορά με τη φασαριόζικη καθημερινή αταξία της είναι ένα τοπίο από διστακτικούς αγοραστές, νέους που βολτάρουν, αργόσχολους και ζητιάνους, χωρίς να λείπουν και οι επίδοξοι κλέφτες.
Βλέπω κόσμο συγκεντρωμένο γύρω από έναν γενειοφόρο ρήτορα ακαθόριστης ηλικίας. Ηταν ανεβασμένος πάνω σε ένα καφάσι από μπίρες. Με οργισμένη φωνή προέτρεπε τους περαστικούς να σταματήσουν να ψωνίζουν, να καταναλώνουν, να χρειάζονται χρήματα για να ζήσουν. Μου έκανε εντύπωση το πλήθος του κόσμου που είχε μαζευτεί γύρω του. «Πες τα! Πες τα!», φώναζαν κάποιοι. Μπορεί μέσα στον παραληρηματικό λόγο του να υπήρχε κάποια λογική, αλλά κυρίως έβριζε και καταριόταν. Αγόρευε και νουθετούσε.
Αρκετοί τέτοιοι ρήτορες παραμιλούν στους δρόμους. Δεν τους δίνουμε και πολλή σημασία. Γραφικές φιγούρες της πόλης. Τι το διαφορετικό έχει αυτός λοιπόν; Ισως το βάθρο ήταν αυτό που του προσέδιδε κάποιο κύρος. Επειτα από μια μεγάλη καταστροφή, όπως αυτή που ζήσαμε στη δυτική Αττική, οι άνθρωποι είναι περισσότερο έτοιμοι να ακούσουν πύρινους καταγγελτικούς λόγους. Ιδιαίτερα αν αυτοί οι άνθρωποι είναι ανεβασμένοι πάνω σε ένα βάθρο, σε μια μεγάλη καρέκλα, ή έστω σ’ ένα καφάσι μπίρας. Το βάθρο έχει σημασία.
Πάντως ύστερα από αυτή τη «συνάντηση» με τον ρήτορα ένιωσα πως άλλαζε η ατμόσφαιρα της αγοράς. Εγινε βαριά και μελαγχολική. Ακολουθώντας τη γενική διάθεση τα σύννεφα σκέπασαν ξαφνικά τον ήλιο που μας ζέστανε έπειτα από τόσες μέρες βροχής. Μπορεί ένας ρήτορας να αλλάξει τον καιρό;
Ο Σοπενxάουερ λέει να τους προσέχουμε τους ρήτορες:
μπορούν να αλλάξουν την άποψή μας περί ενός πράγματος ή τη γνώμη μας σχετικά μ’ αυτό, να εξάψουν μέσα μας το συναίσθημα κι αυτό για να τους συμπαθήσουμε. Ολα αυτά όμως οδηγώντας, μέσω λέξεων, το ρεύμα των σκέψεών τους στον εγκέφαλό μας με τόση βία, ώστε αυτό να αναγκάσει το ρεύμα των δικών μας σκέψεων να εκτραπεί και να το συμπαρασύρει στη διαδρομή του
Με σταματά μια νέα κοπέλα στον δρόμο. Θέλει να με πείσει ν’ αγοράσω ένα άρωμα. «Μόνο με έξι ευρώ, μοιάζει με ένα επώνυμο!» Με πείθει. Οπως δεν κατάφερε να με πείσει ο ρήτορας πιο πριν. Κυρίως με πείθει η όρεξή της για μια δουλειά που πιθανότατα δεν είναι αυτή που θέλησε. Με πείθει γιατί είναι εκεί έξω, στον δρόμο, και το παλεύει. Το χαμόγελό της (και το άρωμα) ξεσκοτείνιασαν τη μέρα.
