Ενα από τα μεγαλύτερα πολιτικά παράδοξα της εποχής μας αποτελεί η πρόσληψη από μερίδα «πολιτών» ανθρώπων που αποτελούν κορωνίδες του συστήματος, όπως ο Τραμπ ή και ο Μιχαλολιάκος, ως αντιπάλων του.
Στην πραγματικότητα, η μεγαλύτερη δράση του πολιτικού συστήματος των καιρών μας είναι πως επιδίδεται σε λεκτικές επιθέσεις σε αντίπαλους πόλους εντός του ίδιου συστήματος επανανομιμοποιώντας το, την ίδια ώρα που καθιστά αόρατους τους εξωσυστημικούς του αντιπάλους.
Οταν όμως οι «προοδευτικοί» εκπροσωπούν μια προοδευτικότητα χωρίς ταξικό πρόσημο, γιατί περί αυτού πρόκειται, που υποβιβάζει την εμπειρία των απελπισμένων, δηλαδή την πείνα τους, σχετικοποιούν αυτόματα και τη συντήρηση.
Η (πολύ σημαντική αν συνοδεύεται και από τομές και πράξεις) ρητορική περί δικαιωμάτων υποβιβάζεται στην πραγματικότητα σε ακόμη ένα προς εύπεπτη κατανάλωση «αξεσουάρ», ικανό να πριμοδοτήσει τον ναρκισσισμό των ενταγμένων, δίχως να απαιτεί από αυτούς καμιά μεταβολή που να σχετίζεται με την υλική βάση της κοινωνίας και με την καθημερινή τους συμπεριφορά.
Οι «απόκληροι», οι μη μετέχοντες του κλήρου, νιώθουν αόρατοι, αφού ούτε καν σημειολογικά, σαν αναπαράσταση, δεν μετέχουν στο κοινό σώμα παρά τις ανθρωπιστικές ρητορικές του.
Ο Αντόρνο το έχει γράψει εμβληματικά: Μονάχα οι βρισιές αφήνονται στους πεινασμένους για να γεμίζουν τα στόματά τους. Κι όταν κάποιος αναλάβει αυτές τις «βρισιές» εργολαβικά, είναι έτοιμοι να του εκχωρήσουν γην και ύδωρ μην καταλαβαίνοντας (ή μη θέλοντας να καταλάβουν) την προστυχιά και αυτού του παιχνιδιού.
Κι όμως, σε μια εποχή ματαιότητας είναι οι λέξεις πάλι που θα επιφορτιστούν να μεταφέρουν το μήνυμα πως, παρά τον πόνο, «το παιχνίδι πρέπει να μείνει ανοιχτό», για τις επόμενες γενιές.
«Κατάντησα γραφιάς και επιστρατεύω τα 24 στρατιωτάκια του αλφάβητου και επιχειρώ την ανέλπιστη δονκιχωτική εκστρατεία να συλλάβω το αόρατο» γράφει ο Καζαντζάκης (βλ. Τσινικόπουλο), περιγράφοντας αυτό το διαρκώς έκπαγλο μπροστά στην ασχήμια μα και στην ομορφιά πλάσμα, τον άνθρωπο, που μέσα σε τόσες αντιφάσεις και ποταπότητες προσπαθεί, με νύχια και με τριαντάφυλλα, να αλλάξει την ανισόρροπη γεωμετρία του κόσμου.
Δεν είναι εύκολος αυτός ο αγώνας, καθώς πατάει διαρκώς με το ένα πόδι στην αναπόδραστη ανάγκη και με το άλλο στη ματαιότητα.
Κι όμως, είναι αυτή η ματαιότητα που, περισσότερο κι απ’ την ανάγκη, αποτελεί την ύψιστη δικαίωσή του.
«Βοήθησε με κύριε! Εχω χαθεί!». Γράφει σ’ ένα από τα μεταφυσικά/υπαρξιακά ποιήματά του ο Λειβαδίτης. «Μα αυτή είναι η βοήθειά μου!» του απαντά ως συνοδοιπόρος και όχι ως τιμωρός: «να χάσεις τον δρόμο σου για να τον βρεις».
