Η ακτογραμμή ήταν μεγαλειώδης. Η παραλία σχεδόν μεξικάνικη. Το καφενείο, μια ήσυχη παραλλαγή παραλιακού μπαρ. Δέκα ξαπλώστρες όλες κι όλες, που όμως δεν δημιουργούσαν ψηλομύτικη έπαρση.
Φιλοξενούσαν σώματα κυρίως ευρωπαϊκά, ταλαιπωρημένα από την εργασία αλλά κι από μια μοιραία γήρανση που προκαλεί ο χρόνος – ακόμα και στην καλοπέραση.
Ο Τρότσκι είχε πει ότι το πιο απροσδόκητο ανάμεσα στα απροσδόκητα της ζωής είναι τα γηρατειά…
Οι λίγοι Ελληνες έμοιαζαν εργαζόμενοι που περίμεναν τη βάρδια τους. Το Αιγαίο στις δόξες του. Το σημείο ήταν κοντά στα μικρασιατικά παράλια. Αν ήταν ταινία, θα ήταν «Το Τέλος του Κόσμου» του Βιμ Βέντερς.
Οι παραλίες είναι αναμφισβήτητα το θεραπευτήριο της θάλασσας. Τα κύματα εργάζονται και ξεπλένουν. Ξεπλένουν και ξεβράζουν. Ομορφιά και σιωπή. Σαν μουσικές που προσπαθούν να θυμηθούν τον στίχο. Το ταξίδεμα των βλεμμάτων έψαχνε κι έχανε διαρκώς τον ρυθμό.
Πάνω στην ώρα, ένα μεγάλο κούτσουρο χόρευε στην ακτή, δοκιμάζοντας δισταχτικά το μέρος απ’ όπου προήλθε.
Θα μπορούσε ευφάνταστος περιπατητής να το περάσει, έτσι ταλαιπωρημένο και σάπιο που ήταν, για ναυαγό, που επιτέλους βρήκε στεριά («Στη μεγάλη θάλασσα, που ζωή τη λέμε, μας χτυπούν τα βάσανα με απανθρωπιά», όπως λένε οι στίχοι του Κώστα Βίρβου στο τραγούδι του Τσιτσάνη).
Ωστόσο, οι τουρίστες της γηραιάς Ευρώπης κι οι λιγοστοί Ελληνες, αντιπρόσωποι της τρίτης ηλικίας, έριχναν πλάγιες ματιές κι αδιαφορούσαν. Μια ερειπιώδης μεταφορά λιαζόταν στην παραλία κι όπως ήταν φυσικό, τους φόβιζε λίγο.
Στο καφενεδάκι, πάνω από το ανακουφιστικό άρωμα ενός ελληνικού μέτριου, το ραδιοφωνάκι χαμηλόφωνα έπαιζε «είμαι κι εγώ ένα καράβι τσακισμένο, κι από σένα λίγη αγάπη περιμένω».
Κάποιος ντόπιος ψιθύρισε στον καφετζή: «Γαμώτο, μοιάζει με ναυαγό».
Εκείνος χαμογέλασε πικρά κι απάντησε, βάζοντας τέλος στην εικόνα: «Οι “ψημένοι” ναυαγοί είναι οι καλύτεροι ναυαγοσώστες. Το ερείπιο είναι σοφό, μπορεί να σε στηρίξει».
Επειδή, όμως, η ζωή και η λογοτεχνία είναι πάνω απ’ όλα ατάκα, κι εκεί που δεν το περιμένεις «έτσι ξαφνικά αντηχούν φωνές», ο καφετζής, που δεν ήταν μόνο καφετζής, πέταξε Την ατάκα: «Η μοναξιά του κούτσουρου βρήκε το άλλο της σώμα στις καρδιές μας».
…Ετσι ξαφνικά, αυτό που επακολούθησε, μαζί με τη ρακή, ήταν ένα έργο φτιαγμένο εκείνη τη στιγμή. Που, μαζί με ηθοποιούς σε μικρά ρολάκια, άρχισε περιοδεία, επιθυμώντας συνδιαλλαγή με την ευθυμία αλλά και την αβλεψιά.
Το μόνο εφόδιο που είχαμε στην πρόβα ήταν τα αισθήματά μας.
