Ο κόσμος της νύχτας είναι ο κόσμος του μαύρου. Από μια άποψη είναι ο κόσμος που συνηθίζουμε να αποκαλούμε συλλογικό ασυνείδητο. Είναι ένα σκοτεινό βασίλειο, είναι ο χώρος της τρομερής μεταμορφωτικής δύναμης του μύθου.
Μέσα στο σκοτάδι, πολλές φορές οι απελπισμένα διψασμένοι, σαν ναυαγοί πάνω σ’ έναν μόνο βράχο, γλείφουν λειχήνες και βρύα να ξεδιψάσουν. Αυτή είναι η λειτουργία του μύθου, υποκαθιστώντας την απολυτότητα του πραγματικού.
Είναι επίσης ο κόσμος της οδύνης, της απογύμνωσης, της αιχμαλωσίας, των βασάνων και των ανεπούλωτων τραυμάτων. Τη νύχτα ο χρόνος δεν περνάει. Χρειάζεται χρόνος για να χαραχτεί η υπομονή και η αγρύπνια στο υλικό της ωμότητας. Η νύχτα, ωστόσο, δίνει χώρο για ευκαιρίες που ματαιώθηκαν τη μέρα.
Γι’ αυτό είναι ο τόπος της αρχαίας ψυχής της δουλείας κι αυτόν τον τόπο τον αποφεύγουν με σπουδή οι δουλοχτήτες. Σκιάζονται, εξαφανίζονται, γίνονται αόρατοι. Ετσι απ’ την αιτιακή σχέση εμφανίζεται μόνο το αποτέλεσμα.
Σ’ αυτόν τον απατηλό κόσμο κυριαρχεί η καρναβαλική μύηση. Δηλαδή, το αρχέγονο μυστήριο κάθε τελετουργίας στον χώρο της φυτείας. Εκεί, κάθε δυστοπία καλλιεργεί τον οίνο της ουτοπίας. Ετσι οι δούλοι λατρεύουν αυτό το «κάτι παραπάνω» της επιβίωσής τους.
Ετσι κι αλλιώς, η νύχτα είναι μια μαύρη σκηνή, που αποκαλύπτει το πραγματικό πέρα απ’ τη φαινομενική επάρκεια του φωτός.
Τη νύχτα στους στρωμένους τραπεζοπά-γκους, την ώρα που οι νυχτόβιοι συνδέουν παπαδιαμαντικά τη φτώχεια τους με τη «φύση» και δοκιμάζουν τις αντοχές τους, υπάρχουν πιατοπότηρα, σερβίτσια, που μένουν άθικτα. Περισσεύουν.
Είναι για όσους δεν πρόλαβαν, δεν μπόρεσαν, κυρίως, όμως, για όσους έφυγαν για πάντα. Είναι τα σερβίτσια που συμβολίζουν την παρουσία της απουσίας. Γιατί υπάρχει κάτι υπερβατικό μέσα στον σκληρό πυρήνα του πραγματικού. Αυτά τα σερβίτσια είναι άδεια.
Οι αναμνήσεις ούτε τρώνε ούτε πίνουν. Μετεωρίζονται στο κενό, αποσπασμένες απ’ τις ωδίνες που τις γέννησαν και μοιάζουν να κινούνται στην Πόλη της Σαρλότ, την παραμυθένια Σάρλοτσβιλ και κρύβονται σε τεράστιους πίνακες, σαν κρυφά, μαγικά πρόσωπα, σαν ζωγραφισμένα με μαβιές νότες τραγούδια της Μπίλι Χολιντέι.
Η τέχνη κι η λογοτεχνία καταφάσκουν στην πραγματικότητα, δεν συμμερίζονται όμως τη γοητευτικά οικεία φρίκη της ανατριχιαστικής πραγματικότητας. Η τέχνη κι η λογοτεχνία αποφεύγουν τις εξω-αισθητικές συγκινήσεις. Μπαίνουν στον χώρο της μνήμης θυμίζοντας αυτό που είπε η Χάνα Αρεντ… «ξεχάσαμε τους νεκρούς μας, (δηλαδή) τα ποιήματα».
Ο θάνατος έχασε πια τη φρίκη του. Το ποίημα, όμως, δεν έχασε ποτέ το ρίσκο για κάποιο σκοπό. Γιατί η γλώσσα είναι ποιητική σχέση και συνδέεται πάντα… με τα άδεια σερβίτσια.
