Η ενστικτώδης αντίδραση των περισσότερων ευρωπαϊστών απέναντι στις μεγάλες ευρωπαϊκές προκλήσεις ήταν, ανέκαθεν, να απευθύνουν κάλεσμα για στενότερη ενοποίηση, για «Περισσότερη Ευρώπη».
Ωστόσο, όλα τα πραγματικά στοιχεία συντείνουν στο συμπέρασμα ότι ούτε η ευρωπαϊκή κοινή γνώμη αλλά ούτε και τα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη επιθυμούν κάτι τέτοιο, παρά τις περί του αντιθέτου ρητορικές διακηρύξεις ορισμένων από αυτά.
Αντιθέτως, η διαφύλαξη της κρατικής κυριαρχίας και της συνταγματικής έννομης τάξης παραμένει η κορυφαία τους προτεραιότητα.
Αν έχει αποδείξει κάτι η κρίση της ευρωζώνης, αυτό είναι ότι τα ισχυρότερα κράτη θα εγκαταλείψουν με τη μεγαλύτερη ευκολία την κοινοτική μέθοδο του Μονέ και θα παρακάμψουν δίχως κανένα δισταγμό τα επίσημα ενωσιακά όργανα (διατηρώντας, ίσως, μόνο το προπέτασμα μιας δήθεν ευρωπαϊκής πολιτικής) υπέρ ενός ακραιφνούς διακυβερνητισμού που διευκολύνει την άσκηση παραδοσιακής πολιτικής με βάση το δίκαιο της ισχύος.
Υπάρχουν, επομένως, περιστάσεις όπου «περισσότερη Ευρώπη» δεν είναι η σωστή απάντηση.
Αυτό που χρειάζεται η Ευρώπη είναι μια πραγματικά νέα και συμβατή με τις πραγματικότητες της εποχής μας προσέγγιση που θα διαφέρει ουσιωδώς από την Ευρώπη των πολλών ταχυτήτων, η οποία επανέρχεται τακτικά στο προσκήνιο με διαφορετικές ονομασίες, στο εξής θεμελιώδες σημείο: σε όλες τις εκδοχές της Ευρώπης των πολλών ταχυτήτων ενυπάρχει η παραδοχή ότι υπάρχει ένα ιδεατό τέλος της διαδικασίας ολοκλήρωσης, μια ευρωπαϊκή finalité, προς την οποία διαφορετικά ευρωπαϊκά κράτη κινούνται με διαφορετικές ταχύτητες, αναλόγως της προθυμίας και της ικανότητάς τους.
Αναπόφευκτα, μια τέτοια θεώρηση εμπεριέχει το στοιχείο της αξιολόγησης: τα κράτη που βρίσκονται πιο κοντά σε αυτό το ιδεατό τέλος, κατά κάποιον τρόπο θεωρούνται περισσότερο «ευρωπαϊκά» από τα υπόλοιπα.
Πρόκειται για μια διχαστική νοοτροπία που απλώς δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, εκτός αν θέλει να υποστηρίξει κανείς ότι χώρες όπως η Σουηδία, η Δανία και η Πολωνία, που δεν συμμετέχουν στην ευρωζώνη, ή η Ελβετία και η Νορβηγία, που δεν είναι καν μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης, είναι λιγότερο «ευρωπαϊκές» από την Ελλάδα, φέρ’ ειπείν.
Αν αφαιρεθεί η ούτως ή άλλως μάλλον θεωρητική πλέον μεταβλητή της finalité από την Ευρωπαϊκή Εξίσωση, αν με άλλα λόγια γίνει δεκτό ότι το ιδεατό τέλος δεν υφίσταται, ούτε είναι αναγκαίο, η οπτική αλλάζει αμέσως.
Πράγματι, γιατί πρέπει να μείνει κανείς προσκολλημένος στην (ουτοπική) ιδέα της υπερεθνικής ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης ομοσπονδιακού τύπου και μόνο -ιδίως όταν τα πραγματικά δεδομένα της εποχής δεν συντείνουν προς αυτήν την κατεύθυνση- απορρίπτοντας άνευ ετέρου εναλλακτικές, χαλαρότερες μορφές ολοκλήρωσης και συνεργασίες σε επιμέρους τομείς πολιτικής δράσης με παράλληλη διατήρηση της κρατικής κυριαρχίας;
Γιατί, προκειμένου να υπάρξει η Ενωμένη Ευρώπη, πρέπει οπωσδήποτε να θυσιαστούν τα ευρωπαϊκά κράτη -ή μάλλον, ορισμένα από αυτά, δηλαδή τα μικρότερα και περισσότερο αδύναμα;
Η εδώ προτεινόμενη θεώρηση ουδόλως ταυτίζει την Ευρωπαϊκή Ενωση, πολύ περισσότερο την ευρωζώνη, με την ίδια την Ευρώπη.
Κατά συνέπεια, η σχηματοποίηση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης γίνεται αντιληπτή όχι ως μια κάθετη, μονολιθική πυραμίδα, στην κορυφή της οποίας τοποθετείται η αληθινή έδρα της Ευρωπαϊκής Εξουσίας, η Kerneuropa, αλλά ως ένα οριζόντιο και ευέλικτο δίκτυο.
Εντός αυτού του δικτύου, η συμμετοχή εκάστου ευρωπαϊκού κράτους -αλλά, τηρουμένων των αναλογιών, και των ευρωπαϊκών περιφερειών, δήμων και κοινοτήτων- σε επιμέρους συνενώσεις, ομαδοποιήσεις, συνεργασίες και οργανισμούς θα είναι αποκλειστικά αντικείμενο κυρίαρχης απόφασης του ιδίου με βάση τα συμφέροντα, τις προτεραιότητες και τις ανάγκες του και χωρίς καμία αυθαίρετη και έωλη ιεράρχησή του ανάλογα με το πόσο «ευρωπαϊκό» είναι.
Αναγνωρίζεται ότι όλα τα κράτη της ευρωπαϊκής ηπείρου δεν είναι ίδια και ότι η επιβολή του ίδιου συνόλου κανόνων, προτύπων και θεσμών σε όλα δεν αποφέρει το επιδιωκόμενο ενοποιητικό αποτέλεσμα, αλλά το ακριβώς αντίθετο: αυξάνει τις εντάσεις και φέρνει πιο κοντά μια ενδεχομένως εκρηκτική εκτόνωση.
Υπάρχουν χώρες που επιθυμούν να ενταχθούν στην Ευρωπαϊκή Ενωση ή/και στη νομισματική ένωση, άλλες που επιδιώκουν στενότερα σχήματα συνεργασίας στους τομείς της άμυνας και της διπλωματίας, της ασφάλειας, της δικαιοσύνης ή της φορολογίας και της κοινωνικής μέριμνας, άλλες πάλι που είναι ικανοποιημένες μόνο με την Κοινή Αγορά, ή που προτιμούν μια ακόμα χαλαρότερη Ζώνη Ελευθέρων Συναλλαγών, ή, εν τέλει, οποιονδήποτε συνδυασμό των ανωτέρω.
Και αν αυτό προκαλεί τρόμο σε κύκλους των Βρυξελλών που προτιμούν την προσέγγιση «όλα ή τίποτα», γιατί να είναι κάτι που αντιμετωπίζεται ως πρόβλημα και όχι ως ευκαιρία; Η απάντηση είναι ότι σε αυτό το σχήμα, η ίδια η Ευρωπαϊκή Ενωση δεν είναι πλέον το αποκλειστικό θεσμικό όχημα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, ενδέχεται δε να μην είναι καν το σημαντικότερο.
Αυτό, όμως, από την άποψη της ιστορικής προοπτικής της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης είναι αδιάφορο.
*δικηγόρος, διδάκτωρ Νομικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, κάτοχος LL.M. από το London School of Economics
