Ανδρέας Ι. Ποττάκης*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τα προβλήματα στη διαχείριση των πληθυσμιακών ροών στην Ελλάδα δεν ήταν και δεν είναι μέχρι στιγμής πρωτίστως οικονομικής φύσεως. Εκτακτα ανθρωπιστικά κονδύλια και τακτικά χρηματοδοτικά εργαλεία, με επαρκείς πόρους, διαμορφώθηκαν και διατέθηκαν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, αν και υπήρξαν, και υπάρχουν ακόμα, καθυστερήσεις από την ελληνική διοίκηση στην απορρόφηση και αξιοποίησή τους, καθώς και ελλείψεις και κενά στους μηχανισμούς και τις διαδικασίες ελέγχων και απόδοσης.

Τα προβλήματα ουδέποτε είχαν ευρεία κοινωνική διάχυση. Η ελληνική κοινωνία, στο σύνολό της, αλλά και οι τοπικές κοινότητες που κλήθηκαν να επωμιστούν δυσανάλογο βάρος, έδειξαν άμεσα αντανακλαστικά. Και μάλιστα μέσα σε ασφυκτικές οικονομικές συνθήκες µε διακριτά και σαφή στοιχεία πλέον ανθρωπιστικής κρίσης.

Εστω και αν η απουσία ενός συγκροτημένου προγράμματος, με ρητές δεσμεύσεις, αυστηρά χρονοδιαγράμματα και μετρήσιμα αποτελέσματα ενίοτε προκαλούσε τριγμούς σε περιορισμένη κλίμακα στην κοινωνική συνοχή και αλληλεγγύη.

Το ζήτημα για την Ελλάδα, αλλά και για την Ευρώπη, ήταν και παραμένει πρωτίστως πολιτικό.

Για μεγάλο χρονικό διάστημα, οι ηγέτες των κρατών-µελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης που εν πολλοίς διατηρούν το προνόμιο της διαμόρφωσης της εξωτερικής πολιτικής της, επέδειξαν αδικαιολόγητη αμηχανία, αλλά και απροθυμία να δράσουν στο πλαίσιο ενός ευρωπαϊκού σχεδίου.

Το ζήτημα των πληθυσμιακών ροών κατέστη αντικείμενο πολιτικής αντιπαράθεσης μεταξύ κρατών-μελών, αλλά και μεταξύ πολιτικών και κομματικών συσχετισμών εντός των κρατών-μελών, με εξάρσεις ρατσιστικής και ξενοφοβικής ρητορικής.

Η λεγόμενη Κοινή Δήλωση Ε.Ε.-Τουρκίας της 18ης Μαρτίου 2016, η οποία καθόρισε τις εξελίξεις τον τελευταίο ένα και πλέον χρόνο, αποτελεί μία από τις πλέον χαρακτηριστικές εκφράσεις της υποχώρησης του κοινού ευρωπαϊκού πολιτικού οικοδομήματος έναντι των επιμέρους προτεραιοτήτων των κρατών-μελών.

Στην Ελλάδα, που βρέθηκε στην «πρώτη γραμμή» από νωρίς, η αμηχανία στη διαχείριση ήταν διάχυτη. Η αναμενόμενη, για πολλούς, αποτυχία αναχαίτισης των εκθετικά αυξανόμενων πληθυσμιακών ροών με την ανέγερση φράχτη στα χερσαία σύνορα -γιατί απλούστατα προκρίθηκαν νέες πύλες εισόδου, οι θαλάσσιες- ανέδειξε εγκαίρως την απουσία σχεδίου, την έλλειψη ετοιμότητας της διοίκησης.

Το κλείσιμο του λεγόμενου «βαλκανικού διαδρόμου» και ο εγκλωβισμός χιλιάδων μη καταγεγραμμένων προσφύγων και μεταναστών σε συνθήκες όπως στην Ειδομένη δημιούργησαν συνθήκες ανθρωπιστικής κρίσης.

Αν και εδώ και ένα και πλέον έτος οι ροές είναι ελεγχόμενες και ο πληθυσμός μεταναστών και αιτούντων άσυλο που διαβιούν στη χώρα μετρήσιμος και περιορισμένος, εξακολουθεί να ελλείπει ένα ολοκληρωμένο σχέδιο διαχείρισης, με στόχους και χρονοδιαγράμματα υλοποίησης που να τηρούνται.

Αντ’ αυτού, η διοίκηση λειτουργεί ακόμα μέσα σε καθεστώς εκτάκτου ανάγκης που συνεπάγεται ad hoc ρυθμίσεις και επιτρέπει διαδικασίες κατά παρέκκλιση του ισχύοντος θεσμικού πλαισίου. Και αυτό αποτελεί πολιτική επιλογή. Σε καθεστώς έκτακτης ανάγκης, ωστόσο, ούτε το κράτος δικαίου υπηρετείται ούτε τα ανθρώπινα δικαιώματα τυγχάνουν της δέουσας προστασίας.

Το νέο πολιτικό πρόταγμα φαίνεται πως είναι η ενίσχυση του κλίματος αποτροπής. Με «γεωγραφικό περιορισμό» -εγκλωβισμό στα νησιά του ανατολικού Αιγαίου- των εισερχόμενων αλλοδαπών που αναπόφευκτα οδηγεί σε συνθήκες διαβίωσης κάτω του αναμενομένου από μία σύγχρονη, ευρωπαϊκή, δημοκρατική χώρα και εντείνει τη δυσανάλογη επιβάρυνση των τοπικών κοινωνιών.

Με εντατικοποίηση και χρονική επέκταση της διοικητικής κράτησης, και μάλιστα ως αποδεκτής «λύσης», ως αντιστάθμισμα στις δυσλειτουργίες των διοικητικών διαδικασιών και τις σχεδιαστικές αστοχίες των δομών. Με αποδοχή φαινομένων γκετοποίησης, χωρίς ιδιαίτερη μέριμνα για τις βραχυπρόθεσμες, πολλώ δε μάλλον τις μεσο-μακροπρόθεσμες επιπτώσεις. Η αποτροπή, όμως, μόνο ως αντίδραση μπορεί να εκληφθεί.

Πολύτιμος χρόνος χάθηκε ήδη. Με τραγικές συνέπειες. Δεν πρέπει να χαθεί άλλος. Η μείωση των ροών ας μη θεωρηθεί ένδειξη επίλυσης του προβλήματος. Θα ήταν ένα ολέθριο λάθος. Εστω και τώρα, είναι αναγκαίο ένα σαφές πολιτικό αφήγημα. Με σεβασμό στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια και μέριμνα για τους μετακινούμενους πληθυσμούς και ιδίως τους πιο ευάλωτους ανάμεσά τους.

Με πλήρη εφαρμογή του δικαίου για την προστασία των προσφύγων και ορίζοντα την ομαλή ένταξη όσων ανθρώπων καταλήξουν να παραμείνουν στη χώρα μας. Με μέριμνα για την προάσπιση των δικαιωμάτων όσων χρειαστεί να επιστρέψουν στη χώρα καταγωγής τους. Με μέτρα για την ελάφρυνση του βάρους που κλήθηκαν να επωμιστούν και εξακολουθούν να επωμίζονται οι τοπικές κοινωνίες.

Με γνώμονα τις αρχές της χρηστής διοίκησης, της διαφάνειας και της λογοδοσίας. Ενα αφήγημα που αρμόζει στην κοινή συνταγματική, ανθρωπιστική, πολιτισμική παράδοση των λαών της Ευρώπης.

*Συνήγορος του Πολίτη. Την 1η Ιουνίου έδωσε στη δημοσιότητα ειδική έκθεση με θέμα «Η πρόκληση των μεταναστευτικών ροών και της προστασίας των προσφύγων – Ζητήματα διοικητικής διαχείρισης και δικαιωμάτων»