Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στις 28 Ιανουαρίου, 1939, ο Ιρλανδός ποιητής και μια από τις σπουδαιότερες μορφές της λογοτεχνίας του εικοστού αιώνα, ο Ουίλιαμ Μπάτλερ Γέιτς  (William Butler Yeats, 1865-1939) πέθανε σε ξενοδοχείο στη Μεντόν της Γαλλίας. Ήταν 73 ετών, στο ύψος της φήμης και της δόξας του. Υπήρξε πυλώνας της ιρλανδικής και της βρετανικής λογοτεχνίας και στα τελευταία χρόνια της ζωής του, υπηρέτησε ως ιρλανδός γερουσιαστής για δύο θητείες. Ήταν η κινητήρια δύναμη πίσω από την ιρλανδική λογοτεχνική αναβίωση και ένας από τους ιδρυτές του Θεάτρου Abbey. Το 1923, τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, για εκείνη την ‘εμπνευσμένη ποίηση, η οποία σε μια άκρως καλλιτεχνική μορφή εκφράζει το πνεύμα ενός ολόκληρου έθνους’.

Το 2010, κυκλοφόρησε το βιβλίο ‘W.B. Yeats and the Muses’ (Oxford University Press) του Joseph M.Hassett, το οποίο περιγράφει πως οι εννέα γυναίκες-μούσες του, επηρέασαν τα έργα του μεγάλου ποιητή. Βεβαίως στους θαυμαστές του δεν αποτελεί έκπληξη ότι αυτός ο μεγάλος  ποιητής ήταν ένας ιερέας της τέχνης του έρωτα από την αρχή μέχρι το τέλος της μακράς και παραγωγικής καριέρας του. Αλλά τώρα, χάρη στο λαμπρό και επιβλητικό έργο του Joseph M.Hassett, μπορούμε να εκτιμήσουμε πλήρως πόσο πολύ επηρεάστηκε και εμπνεύστηκε ο Γέιτς από τις γυναίκες της ζωής του, εννέα τον αριθμό. Από την αρχή της καριέρας του, ήταν πεπεισμένος ότι η τέχνη πέρα ​​από τη σφαίρα του  λόγου, ήταν αποτέλεσμα και της εισροής    μιας ουράνιας μορφής γνώσης. Ασπαζόταν την ιδέα και θεωρία ότι η ποίηση είναι εμπνευσμένη από τις Μούσες, όπως ανέφερε κι ο Πλάτωνας. Το  θέμα της αγάπης και της απώλειας που επανέρχεται ξανά και ξανά στα όμορφα τραγούδια αγάπης της   Ιρλανδίας, αποτελούν  μια παράδοση με την οποία ο Γέιτς  ήταν καλά εξοικειωμένος  από τη μελέτη της σχετικής ιρλανδικής  λαογραφίας. 

Το ανέφικτο της αγάπης ήταν ένα από τα βασικά συστατικά της σχέσης μεταξύ του ποιητή και της μούσας του, όπως και η τρομερή απογοήτευση της ανεκπλήρωτης αγάπης. Το 1889, ο Γέιτς γνωρίζει τη Μοντ Γκον (Maud Gonne) νεαρή κληρονόμο, οπαδό του εθνικιστικού ιρλανδικού κινήματος και δεκαοκτώ μήνες νεότερη από αυτόν. Φανερά γοητευμένος από την ομορφιά της, της προτείνει να παντρευτούν αρκετές φορές μέχρι το 1901, εκείνη όμως αρνείται σταθερά και πεισματικά και τελικά παντρεύεται τον εθνικιστή Τζον ΜακΜπράιντ, το 1903. Ωστόσο, επηρέασε  αρκετά την ποίησή του, καθώς αποτέλεσε την πηγή έμπνευσης για κάποια από τα ερωτικά του ποιήματα που είναι γεμάτα με συναισθηματικό και επώδυνο φόρτο. Η Μοντ Γκον, ήταν γι’ αυτόν τα πάντα. Συμβόλιζε την υπερηφάνεια  της Ιρλανδίας, την προσπάθειά της  να αποτινάξει τα δεσμά της βρετανικής αποικιοκρατίας και να γίνει πόλος του διαφωτισμού στον σύγχρονο κόσμο. Ένα άπιαστο όνειρο, όπως αποδείχτηκε, γι’ αυτόν, γι’ αυτήν, αλλά και για την Ιρλανδία ακόμα. Αλλά, όπως τονίζει ο Hassett, ο πόνος του ποιητή ήταν δικαιολογημένος από την συνειδητοποίηση εκ μέρους τόσο της μούσας του όσο και του εαυτού του, ότι ο πόνος ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για τους σκοπούς της τέχνης και του έθνους. ‘Στα ρούχα του Ουρανού’ (The Cloths of Heaven), έγραφε αργότερα: 

Αν είχα τ’ ουρανού τα κεντημένα ρούχα

Υφασμένα από χρυσό κι απ’ ασημένιο φως

Τα γαλανά, τα αμυδρά, τα σκούρα ρούχα

Από νύχτα και μέρα κι από σούρουπο

Τα ρούχα μου θα άπλωνα κάτω από τα πόδια σου

Μα εγώ ο φτωχός, έχω μόνο τα όνειρά μου

Τα όνειρά μου άπλωσα κάτω απ’ τα πόδια σου.

Πάτα ελαφρά γιατί πατάς πάνω στα όνειρά μου.

(Had I the heaven’s embroidered cloths/Enwrought with golden and silver light/The blue and the dim and the dark cloths/ Of night and light and the half-light/I would spread the cloths under your feet/But I, being poor, have only my dreams/I have spread my dreams under your feet/Tread softly because you tread on my dreams).

Ο βιογράφος του, θεωρεί, επίσης, ότι η ποιητική παραγωγή του Γέιτς    επηρεάστηκε και  από οκτώ άλλες γυναίκες που λειτούργησαν, η κάθε μια με το δικό της μοναδικό και  διαφορετικό τρόπο. 

Το 1896, γνωρίζει τη Λαίδη Γκρέγκορι μέσω του κοινού τους γνωστού, Έντουαρντ Μάρτιν. Η Λαίδη Γκρέγκορι ενθαρρύνει τον πατριωτισμό του Γέιτς, πείθοντάς τον να γράψει θεατρικά έργα. Στο Λονδίνο έρχεται σε επαφή με την Έλενα Μπλαβάτσκι και γίνεται μέλος της Θεοσοφικής Εταιρείας, ενώ έγινε επίσης δεκτός, τον Μάρτιο του 1890, στο μυστικιστικό Τάγμα της Χρυσής Αυγής.

Η σημαντικότερη από αυτές, ήταν η σύζυγός του, Τζόρτζι Χάιντ-Λις (George Hyde-Lees),  μια ταλαντούχα γυναίκα  μόλις εικοσιπέντε ετών, όταν, τον Οκτώβριο του 1917, παντρεύτηκε τον τότε παγκοσμίως γνωστό ποιητή, που είχε σχεδόν τη διπλάσια ηλικία της και έκανε μαζί του δύο παιδιά,  την Αν και τον Μάικλ. Ο Γέιτς, ήρθε σε  γάμο μαζί της, εν μέρει ως έναν τρόπο απόδρασης από τη συναισθηματική αναταραχή της σχέσης του με την Μοντ Γκον, αλλά πάντα υπήρχε μέσα του φωλιασμένος ο φόβος ότι η οικογενειακή ζωή θα του κοστίσει στο θέμα της ποιητικής έμπνευσης. Η μούσα με τη μορφή της συζύγου του, τον ενέπνευσε όμως  στη  συγγραφή μεγάλου όγκου λογοτεχνικού έργου, σε μια περίοδο πέντε ετών. Τα ποιήματα και τα θεατρικά έργα που προέκυψαν από αυτή την συζυγική εμπειρία μαζί της, αντιπροσωπεύουν κάποια αριστουργήματα του λογοτεχνικού μοντερνισμού, όπως για παράδειγμα τα ‘The Second Coming’, ‘A Prayer for My Daughter’, και ‘The Tower’ (1928). 

Ίσως η πιο καταπληκτική και ενδιαφέρουσα όλων των ζωντανών μουσών  που ενέπνευσε σε μεγάλο βαθμό τον Γέιτς, ήταν  η κόρη της  Μοντ Γκον, Ιζόλδη, με μια περίεργη και παιχνιδιάρικη ομορφιά  και έκδηλη πνευματική καλλιέργεια, όταν το 1912 στην ηλικία των δεκαοκτώ ετών, άρχισε θα ασκεί αξιοσημείωτη επιρροή στη φαντασία του Γέιτς, σε μια στιγμή κατά την οποία ο Γέιτς άρχισε να φοβάται ότι η δημιουργική του δεινότητα και φαντασία  άρχιζαν να μειώνονται σταδιακά, αλλά αισθητά.  

Ο Γέιτς, ένας μεσήλικας άνδρας των σαράντα επτά ετών, βρήκε τον εαυτό του που αγωνιζόταν  με την αυξημένη ερωτική τρέλα του με την Ιζόλδη. Στο ποίημα, ‘A Memory of Youth’, παραδέχεται πως η αγάπη ή η έμπνευση, θα   είχε πεθάνει αν δεν εμφανιζόταν ένα ‘γελοίο μικρό πουλί’ που ‘Tore from the skies his marvelous moon’. Το μικρό πουλί είναι, φυσικά, η Ιζόλδη ενώ το φεγγάρι, σύμφωνα με την παράδοση,  είναι μια πηγή σοφίας η οποία  απαιτείται από τον καλλιτέχνη για την ουσιαστική έκφραση. Σε μια επιστολή της  προς τον Γέιτς, η Ιζόλδη περιέγραψε τον εαυτό της και ως ‘μαθήτρια’ και ως ‘δασκάλα’ του! Σε διάφορες περιόδους της σχέσης τους, αμφότεροι σκέφτονταν και το  ενδεχόμενο του γάμου. Παρ’ όλα αυτά, σύμφωνα με τον βιογράφο, θα ήταν λάθος να δει κάποιος τη σχέση τους απλώς ως συνηθισμένη  εμμονή ενός ηλικιωμένου  άνδρα με μια ελκυστική νεότερη γυναίκα, γιατί η σχέση τους είχε θεμελιωθεί σε βαθιά πνευματικά θεμέλια. Από την αρχή, πάντως, η Ιζόλδη φάνηκε ότι γνωρίζει να παίζει καλά το ρόλο της μούσας για τον Γέιτς. Πολλές  πτυχές της Ιζόλδης έκαναν με τον τρόπο τους την εμφάνισή τους  στα   φιλοσοφικά δοκίμια, την ποίηση και τα θεατρικά έργα του Γέιτς, που γράφτηκαν μεταξύ 1912 και 1917.  Στο ποίημα ‘Παρουσίες’ (Presences), γράφει:   

Τόσον αλλόκοτη ήταν ετούτη  η νύχτα, ώστε μου φάνηκε

ότι της κεφαλής μου τα μαλλιά σηκώθηκαν.

Απ’ τη δύση του ηλίου ονειρεύομαι

Εκείνες τις γελαστές, ή ντροπαλές, ή παθιασμένες γυναίκες

μέσα στο θρόισμα της δαντέλας ή του μεταξιού 

να ανεβαίνουν κι η σκάλα μου να τρίζει. Για εκείνο

το τερατώδες πράγμα, όλες τις ρίμες μου είχαν διαβάσει,

για την αγάπη που επιστράφηκε χωρίς ανταπόδοση.

Στην πόρτα στάθηκαν, ανάμεσα

στο μέγα ξύλινο αναλόγιο και το τζάκι,

μέχρι να μπορώ ν’ ακούσω τις καρδιές τους να χτυπάνε.

Η πρώτη είναι πουτάνα, η δεύτερη παιδί

που άντρα δεν κοίταξε ποτέ με πόθο,

κι η τρίτη, ίσως, βασίλισσα.

(This night has been so strange that it seemed/ As if the hair stood up on my head/From going-down of the sun I have dreamed/That women laughing, or timid or wild/In rustle of lace or silken stuff/Climbed up my creaking stair. They had read/All I had rhymed of that monstrous thing/Returned and yet unrequited love/They stood in the door and stood between/My great wood lectern and the fire/Till I could hear their hearts beating/One is a harlot, and one a child/That never looked upon man with desire/And one, it may be, a queen).

Οι ‘Παρουσίες’, γράφτηκαν τον Νοέμβριο του 1915. Η ‘πουτάνα’ στην οποία αναφέρεται, πιθανόν να είναι η Mabel Dickinson, με την οποία ο Γέιτς είχε μερικές δυσάρεστες εμπειρίες, όσον αφορά μια πιθανολογούμενη εγκυμοσύνη της. Το παιδί, στο ποίημα, είναι η Ιζόλδη, η όμορφη κόρη της Μοντ. Έχοντας χάσει κάθε ελπίδα για τη μητέρα, ο ποιητής έκανε μια απελπισμένη πρόταση γάμου στην κόρη, ίσως για να έχει κάτι από την ίδια τη Μοντ. Η νεαρή Ιζόλδη ένοιωσε κολακευμένη  από την πρόταση, η οποία όπως ήταν ευνόητο,  εκνεύρισε  τη μητέρα της. Η απάντηση της Ιζόλδης ήταν φυσικά αρνητική. Η βασίλισσα στον τελευταίο στίχο, δεν θα μπορούσε, βέβαια, να είναι άλλη, παρά η Μοντ! 

Η μετέπειτα αναγέννησή του ως συγγραφέας υπό την επίδραση της Τζόρτζι Χάιντ-Λις δεν θα συνέβαινε, χωρίς την παρέμβαση, σε μια κρίσιμη ομολογουμένως στιγμή της ζωή του, μιας νεανικής μούσας η οποία  ποικιλοτρόπως κυμάνθηκε στη ποιητική φαντασία του ως κορίτσι και γυναίκα με τεράστια αυτοκυριαρχία, χάρη, γοητεία και σαγηνευτικό, αλλά ανέφικτο αντικείμενο του πόθου και πηγή ζωτικής αποκάλυψης σχετικά με τη διαδικασία της δημιουργικότητας. Μια από τα πιο αξιόλογες πτυχές της σχέσης του ποιητή με τις   γυναίκες είναι, όπως τονίζει ο Hassett, το πόσο εκείνος απορρόφησε ένα μέρος της σοφίας των γυναικών με τις οποίες συνδέθηκε, και  την οποία στη συνέχεια ενσωμάτωσε με τον τρόπο του μέσα στους   στίχους του.  Στο ‘The Only Jealousy of Emer’ (1919), για παράδειγμα, εξερευνά την πολύπλοκη αλληλεξάρτηση μεταξύ των ανθρώπων και των πνευματικών δυνάμεων που άφησαν ελεύθερα ισχυρά συναισθήματα του ποιητή για την Μοντ, την Ιζόλδη και τη σύζυγό του, Τζόρτζι Χάιντ-Λις. Το παιχνίδι ανοίγει με ένα πανέμορφο λυρικό εμπνευσμένο από την Ιζόλδη, το οποίο την ίδια στιγμή λειτουργεί ως στοχασμός πάνω στις απροσμέτρητες επιθυμίες που αναδύονται στον ποιητή από το αιώνιο θηλυκό, ως ρομαντικές και  μυστηριώδεις. 

Η ομορφιά μιας γυναίκας είναι σαν ένα άσπρο  

Αδύνατο πουλί, σαν ένα άσπρο θαλασσοπούλι μονάχο

Στα ξημερώματα μετά από μια θυελλώδη νύχτα

Ανάμεσα σε δύο αυλάκια στην οργωμένη γη.

Μια ξαφνική καταιγίδα, και ριγμένο

Ανάμεσα στα σκοτεινά αυλάκια   της οργωμένης γης.  

Ίσως η πιο στοιχειωμένη από όλες τις σχέσεις του Γέιτς, που συζητούνται στο βιβλίο, αφορά την Ολίβια Σαίξπηρ, μια εξαιρετικά όμορφη, βαθιά καλλιεργημένη και συμπονετική γυναίκα με την οποία ο ποιητής είχε συνάψει  μια σύντομη ερωτική σχέση, στα μέσα της δεκαετίας του 1890, σε μια ακόμη   προσπάθεια για να ξεπεράσει τα αισθήματα του για την Μοντ Γκον. Η Ολίβια, όπως λέει ο Hassett, ‘τον εισήγαγε στην πραγματική εμπειρία του τι τον γοήτευε τόσο πολύ ως αλληγορία: τη σεξουαλική ένωση των ανδρών και των γυναικών’.

Η σχέση αυτή άσκησε βαθιά επιρροή στη συναισθηματική και δημιουργική ζωή του Γέιτς, που κράτησε μέχρι το θάνατο της Ολίβια, το 1938.

Ο ποιητής στην αγαπημένη του

Με ταπεινά χέρια σου φέρνω

τα βιβλία των αναρίθμητων ονείρων μου

Λευκή γυναίκα που το πάθος έχει φθείρει

σαν την παλίρροια που τρίβει τη γκρίζα άμμο

και με καρδιά παλαιότερη απ’ το κέρας

Ξέχειλο απ’ τη λευκή  φλόγα του καιρού.

Λευκή γυναίκα των αναρίθμητων ονείρων,

σου φέρνω τους παθιασμένους μου στίχους.

A Poet To His Beloved

I BRING you with reverent hands

The books of my numberless dreams,

White woman that passion has worn

As the tide wears the dove-grey sands,

And with heart more old than the horn

That is brimmed from the pale fire of time:

White woman with numberless dreams,

I bring you my passionate rhyme

Το ποίημα, μας φέρνει στο προσκήνιο την ατελείωτη γοητεία του Γέιτς με τη λευκή θεά της ποιητικής του φαντασίας, μια εικόνα  αόριστη η οποία τον  κατατρύχει σαν τις συνεχώς μεταβαλλόμενες φάσεις της σελήνης. Η ερωτική σχέση του Γέιτς με την Ολίβια Σαίξπηρ, του δίδαξε ότι η ποιητική γλώσσα πρέπει να είναι λεπτή,   περίπλοκη,   μυστηριώδης,  όπως το σώμα ενός λουλουδιού ή μιας  γυναίκας. Παρά την αγάπη που ένιωθε για την Ολίβια, ο Γέιτς  βρέθηκε ανίκανος   να σβήσει  την εικόνα της Μοντ  απ’ το μυαλό του, κατάσταση που έδωσε τεράστιο πόνο στην Ολίβια, όπως αποδεικνύεται στο απίστευτα συγκινητικό συναίσθημα που αναβλύζει από το ‘The Lover Mourns for the Loss of Love’:

Χλωμά φρύδια, ήρεμα χέρια και σκοτεινά μαλλιά,

Είχα μια όμορφη φίλη

Και ονειρεύτηκα ότι η παλιά απόγνωση

Θα κατέληγε σε αγάπη στο τέλος:

Κοίταξε μέσα στην καρδιά μου μια ημέρα

Και είδε πως η εικόνα σου ήταν εκεί

Είχε φύγει μακριά να κλάψει.

Σε ένα εκπληκτικό ποίημα έδειξε πώς η παθιασμένη του φαντασία    εκφραζόταν μέσα από την προσωπικότητα μιας γυναίκας για την  οποία η σεξουαλική επιθυμία ήταν το ακριβές ισοδύναμο της πνευματικής λαχτάρας.  Το βιβλίο, ‘W.B. Yeats and the Muses’, είναι ένα θαυμάσιο επίτευγμα, που   καταδεικνύει με σαφήνεια, διακριτικότητα και βαθιά γνώση, ότι ο Γέιτς,    είναι ένας τέλειος ποιητής του έρωτα. Έχει να κάνει πρώτα απ’ όλα με την ερωτική ζωή μιας μεγαλοφυΐας, και σαφώς δεν έχει πρόθεση, ούτε έχει τίποτα να κάνει με την ικανοποίηση της όποιας περιέργειας. Πρόκειται για μια προσεκτική ανάλυση  για το πώς η αγάπη και το σεξουαλικό πάθος ενός μεγάλου καλλιτέχνη μπορούν να εμποτίσουν τη δημιουργική του ζωή  με έμπνευση και δύναμη. Κάποτε ο ποιητής είχε πει πως, ‘ένας Μύστης πρέπει να αναζητά πάντα τρόπους για να δώσει την πιο αγνή ουσία της ψυχής του ώστε να γεμίσει το κενό των άλλων ψυχών’. Έτσι θα μπορούσαμε να δούμε την όλη δημιουργία του, ως ζωντανή μαρτυρία για τους τρόπους με τους οποίους ο Γέιτς μεγιστοποίησε το ποιητικό του ταλέντο με πάθος, αλλά  και θάρρος συνάμα!