«Ο παράξενος καρπός», ένα στοιχειωμένο τραγούδι για το λιντσάρισμα των μαύρων στην Αμερική, γράφτηκε πριν από κάπου ογδόντα χρόνια, και ηχογραφήθηκε για πρώτη φορά από τη φημισμένη τζαζ τραγουδίστρια Μπίλι Χόλιντεϊ, στα 1939. Από τότε έχει εκτελεσθεί από περίπου τριάντα άλλους καλλιτέχνες, συμπεριλαμβανομένου του μαύρου λαϊκού τραγουδιστή Τζος Ουάιτ (1914-1969), από τη μεγάλη καλλιτέχνιδα της τζαζ Άμπεϊ Λίνκολν, τη Νίνα Σιμόν, την Κάρμεν Μακρέι, τον Στινγκ, τους UB40, τη σοπράνο Σέρλι Βέρετ, καθώς και από τους νεότερους τραγουδιστές Τόρι Έιμος (1963-) και την Κασσάνδρα Γουίλσον (1955- ). Το τραγούδι, τα τελευταία χρόνια, αποτέλεσε αντικείμενο ενός νέου βιβλίου, καθώς και ενός ντοκιμαντέρ:
Τα δέντρα στον Νότο βγάζουν έναν παράξενο καρπό
Αίμα στα φύλλα κι’ αίμα στη ρίζα
Ένα μαύρο κορμί αιωρείται στο αεράκι του Νότου
Ένας παράξενος καρπός κρέμεται στις λεύκες.
Ποιμενική σκηνή στον ανδρείο Νότο
Τα γουρλωμένα μάτια και το στραβό στόμα
Η ευωδιά της μανόλιας, γλυκιά και φρέσκια
Κι η ξαφνική οσμή της καμένης σάρκας.
Είναι καρπός να τον μαδήσουν τα κοράκια,
Να τον μαζέψει η βροχή, να τον ρουφήξει ο αέρας
Να τον ρίξει ο ήλιος, να πέσει απ’ το δέντρο
Είναι μια παράξενη και πικρή σοδειά.
Southern trees bear a strange fruit/Blood on the leaves and blood at the root/Black body swinging in the Southern breeze/Strange fruit hanging from the poplar trees.
Pastoral scene of the gallant South/The bulging eyes and the twisted mouth/Scent of magnolia sweet and fresh/And the sudden smell of burning flesh!
Here is a fruit for the crows to pluck/For the rain to gather, for the wind to suck/For the sun to rot, for a tree to drop/Here is a strange and bitter crop.
«Ο παράξενος καρπός», έχει χαρακτηριστεί σαν το πιο απλό και αποτελεσματικό ταυτόχρονα τραγούδι διαμαρτυρίας. Στο τραγούδι απεικονίζεται το δημοφιλές για τον λευκό πληθυσμό λιντσάρισμα των μαύρων του αμερικάνικου Νότου, σε όλη την κτηνωδία του. Βεβαίως παρά τις όποιες αντιδράσεις των αφροαμερικανών, η πολιτική διαμαρτυρία, πρέπει να πούμε, ότι δεν εκφραζόταν συχνά με χρήση μουσικών σχημάτων και μάλιστα σε συνδυασμό με μια δόση συγκρατημένης ειρωνείας. Η αντιπαράθεση του πανέμορφου τοπίου του Νότου με την απάνθρωπη σκηνή του λιντσαρίσματος, η μυρωδιά της μανόλιας με εκείνη του καψίματος της ανθρώπινης σάρκας, τα άνθη του τοπίου, η φυλετική καταπίεση, και ο ρατσισμός στην Αμερική, όλα έρχονται στο νου διαβάζοντας και ακούγοντας μελοποιημένους τους στίχους του τραγουδιού. Το ‘Strange Fruit’ κυκλοφόρησε σε δίσκο, το 1939, και γρήγορα έγινε πολύ γνωστό. Ήταν φυσικό ότι θα αποκτούσε ιδιαίτερο αντίκτυπο στην πολιτική επίγνωση μεταξύ των καλλιτεχνών, στους μουσικούς, ηθοποιούς και άλλους καλλιτέχνες, καθώς και στα ευρύτερα στρώματα των φοιτητών και διανοουμένων.

Το βιβλίο του David Margolick, ‘Strange Fruit: Billie Holiday, Café Society and an Early Cry for Civil Rights’ (Canongate Books, 2002), παραθέτοντας δηλώσεις από πολλές εξέχουσες προσωπικότητες, δείχνει πώς το τραγούδι διατύπωσε με ευκρίνεια και συνέπεια την αυξανόμενη πολιτική συνειδητοποίηση και το θυμό που τελικά βρήκαν έκφραση στην άνοδο του μαζικού κινήματος των πολιτικών δικαιωμάτων, στις δεκαετίες του 1950 και του ’60.
Το τραγούδι, αυτό καθ’ εαυτό, έχει πίσω του μεγάλη ιστορία. Γράφτηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1930, στη Νέα Υόρκη, από έναν καθηγητή γυμνασίου στο Μπρόνξ της Νέας Υόρκης, τον Άμπελ Μέροπολ, έναν εβραίο με καταγωγή από τη Ρωσία, ο οποίος την εποχή εκείνη ήταν μέλος του αμερικανικού Κομμουνιστικού Κόμματος, και ο οποίος αργότερα θα γινόταν ευρύτερα γνωστός ως ο θετός πατέρας των δύο γιων του Τζούλιους και της Έθελ Ρόζενμπεργκ, το εβραϊκό ζευγάρι που εκτελέστηκε στην ηλεκτρική καρέκλα, την 19η Ιουνίου το 1953, για το υποτιθέμενο έγκλημα της παράδοσης του μυστικού της ατομικής βόμβας στη Σοβιετική Ένωση.
Το επίκεντρο του βιβλίου του David Margolick, αναφέρεται κατά κύριο λόγο στην Μπίλι Χόλιντεϊ και τη σχέση της με το ‘Strange Fruit’. Με τον ίδιο τίτλο, όμως, δημιουργήθηκε και ταινία (2002) σε σκηνοθεσία του Joel Katz, η οποία δίνει μεγαλύτερη έμφαση στην ιστορία του Άμπελ Μέροπολ, ενώ παρουσιάζει και κάποιες συνεντεύξεις που αφορούν την ιστορική και τη σύγχρονη σημασία του τραγουδιού. Ο Μέροπολ, παραγωγικός ποιητής και στιχουργός, γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη, το 1903, από μια οικογένεια μεταναστών. Το ποίημα γράφτηκε τη δεκαετία του 1930, όταν ο Μέροπολ είδε τη φρικιαστική φωτογραφία ενός λιντσαρίσματος στο Νότο, και πολύ πριν ο ίδιος συναντήσει την Μπίλι Χόλιντεϊ. Από φόβο για πιθανά αντίποινα χρησιμοποίησε το ψευδώνυμο ‘Λιούις Άλλαν’. Εκείνη την εποχή δίδασκε σε Γυμνάσιο στο Μπρόνξ. Το ποίημα δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά ως ‘Bitter Fruit’ στο τεύχος του Ιανουαρίου του 1937 του ‘The New York Teacher’, μια επιθεώρηση της Ένωσης Δασκάλων, όπου το Κομμουνιστικό Κόμμα στη συνέχεια έπαιξε κυρίαρχο ρόλο.
Στην αρχή τραγουδιόταν σε πολιτικούς κύκλους, συνεδριάσεις και συναντήσεις σε σπίτια. Στις αρχές του 1939, ωστόσο, σ’ ένα καινούργιο νυχτερινό κέντρο διασκέδασης, το ‘Café Society’, στο κάτω Μανχάταν, εμφανιζόταν η Μπίλι Χόλιντεϊ. Ο Μέροπολ, τότε πήγε το τραγούδι στον Barney Josephson, τον ιδιοκτήτη του κλαμπ, και τον βολιδοσκόπησε αν θα μπορούσε να το τραγουδήσει εκείνη. Αρχικά, η Μπίλι Χόλιντεϊ δεν εντυπωσιάστηκε ιδιαίτερα από τους στίχους, ίσως και να μην είχε πλήρη επίγνωση της σημασίας του τραγουδιού, αλλά η απόδοσή της πάνω σ’ αυτό έκανε τεράστια εντύπωση, με αποτέλεσμα να το τραγουδά σχεδόν κάθε βράδυ, και στη συνέχεια να το ηχογραφήσει τον Απρίλιο του ίδιου έτους για μια μικρή και σχετικά άγνωστη εταιρεία, την Commodore Records. Σημειωτέον ότι η Columbia Records, αρνήθηκε να ασχοληθεί.
Το ‘Strange Fruit’, σπανίως παιζόταν στο ραδιόφωνο. Ήταν μια δύσκολη εποχή και θα χρειαζόταν ένα μαζικό κίνημα για να διαλύσει τελικά το σύστημα του απαρτχάιντ, που έπαιζε καθοριστικό ρόλο στα λιντσαρίσματα των μαύρων κάτω στον αμερικάνικο Νότο. Υπήρχαν, με τις συντηρητικότερες εκτιμήσεις, τουλάχιστον 4.000 λιντσαρίσματα στο μισό σχεδόν αιώνα, πριν από το 1940, με τη συντριπτική πλειοψηφία στο Νότο, και τα περισσότερα από τα θύματα, μαύρους. Η δημόσια κατακραυγή για τις δραστηριότητες αυτές, ήταν χλιαρή, και στην πρώτη γραμμή του αγώνα κατά του λιντσαρίσματος βρέθηκαν περισσότερο απ’ όλους, οι σοσιαλιστές και κομμουνιστές. Μάλιστα, το 1941, ο Μέροπολ, οδηγήθηκε σε αρμόδια επιτροπή, η οποία είχε συσταθεί στη Νέα Υόρκη για να εξετάσει τις καταγγελίες περί κομμουνιστικής επιρροής στο δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα. Εκεί τον ρώτησαν αν το συγκεκριμένο τραγούδι του είχε ανατεθεί από το κομμουνιστικό κόμμα, ή αν τον είχαν πληρώσει από το κόμμα γι’ αυτό. Παρά την δύσκολη εκείνη πολιτική ατμόσφαιρα στην Αμερική, και την εικονική απαγόρευση του τραγουδιού από το ραδιόφωνο, το τραγούδι ακουγόταν αρκετά. Κατά τη διάρκεια της μεταπολεμικής περιόδου, όμως, η εκτέλεση του ‘Strange Fruit’ έγινε πιο δύσκολη. Μερικά κλαμπ, αρνούνταν να επιτρέψουν στην Μπίλι Χόλιντεϊ να τραγουδήσει το τραγούδι που ουσιαστικά έφερε την υπογραφή της.
Η ταινία του Katz, τώρα, έθεσε ως στόχο τη διερεύνηση της ευρύτερης πολιτικής σημασίας του τραγουδιού, και την σύγχρονη έννοιά της. Μεταξύ των ερωτηθέντων στην ταινία, είναι ενδεικτικά μερικοί φίλοι του Μέροπολ, ο ποιητής και συγγραφέας Αμίρι Μπαράκα (πρώην Leroi Jones), η Άμπεϊ Λίνκολν, οι γιοι του Τζούλιους και της Έθελ Ρόζενμπεργκ και άλλοι. Στην ταινία υπάρχουν επίσης αναφορές σε πολύ πιο πρόσφατες εκφράσεις ρατσιστικής κτηνωδίας, όπως η επίθεση κατά του Abner Louima (1966- ) ο οποίος συνελήφθη στο Μπρούκλιν, έξω από ένα νυχτερινό κέντρο διασκέδασης, το 1997, και κακοποιήθηκε βάναυσα από αξιωματικούς του Αστυνομικού Τμήματος της Νέας Υόρκης, ή ακόμα την υπόθεση του Mumia Abu-Jamal (1954- ). Ο τελευταίος είναι ακτιβιστής και δημοσιογράφος, που καταδικάστηκε σε θάνατο, το 1982, για τη δολοφονία του αστυφύλακα της Φιλαδέλφειας, Daniel Faulkner, το 1981. Μετά από πολλές εκκλήσεις, η ποινή του μετατράπηκε σε ισόβια κάθειρξη χωρίς αναστολή. Επιπλέον, στην ταινία βλέπουμε φωτογραφίες του Μάθιου Σέπαρντ (1976-1998), το θύμα ενός αντι-γκέι λιντσαρίσματος στο Ουαϊόμινγκ τον Οκτώβριο του 1998, τη σκηνή της βάναυσης δολοφονίας του James Byrd (1949-1998) από ρατσιστές, ενώ σε κάποιο σημείο στον απόηχο των επιθέσεων της 11ης Σεπτεμβρίου, εμφανίζεται το σύνθημα ‘Σκοτώστε τους μουσουλμάνους τώρα’!
Η ταινία προτείνει, χωρίς να υπεισέλθει σε περισσότερες λεπτομέρειες, ότι δεν ήταν τυχαίο το γεγονός ότι η θέση των σοσιαλιστών και κομμουνιστών στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, ήταν στην πρώτη γραμμή των αγώνων για φυλετική ισότητα, μαζί με όλες τις μεγάλες μάχες για κοινωνική πρόοδο, στον εικοστό αιώνα. Υπήρχε, όμως, μια τεράστια αντίφαση στο έργο των καλλιτεχνών, συγγραφέων και διανοούμενων που είχαν επηρεαστεί από το Κομμουνιστικό Κόμμα των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, στη δεκαετία του 1930 και του ’40. Επηρεάστηκαν από τις υποσχέσεις της Ρωσικής Επανάστασης, και προχώρησαν σε εκδηλώσεις θυμού για την καπιταλιστική εκμετάλλευση και την καταπίεση και εξέφρασαν ελπίδες για κοινωνική ισότητα και σοσιαλισμό. Ο Μέροπολ βρέθηκε στο πλευρό τους. Το δημιουργικό έργο των ανθρώπων αυτών δεν θα μπορούσε, τελικά, να βοηθήσει την αμερικανική κοινωνία, ίσως γιατί επηρεάστηκε από την τυφλή υπακοή προς τη σοβιετική γραφειοκρατία και την αντιδραστική πολιτική της γραμμή.
