Ο πρωθυπουργός επέδειξε κάποια γενναιότητα στη μνημονιακή στροφή του 2015, αμέσως μετά το αντιμνημονιακό δημοψήφισμά του που κορύφωνε έναν μακρύ λαϊκιστικό και σκοταδιστικό αγώνα. Ακριβώς γιατί τα μνημόνια αποτέλεσαν την καλύτερη λύση για τη χρεοκοπημένη χώρα μας με μόνη εναλλακτική την καταστροφή, όπως υποχρεώθηκε να ομολογήσει.
Τα περί εκβιασμού της χώρας και μη σεβασμού της δημοκρατικής επιλογής της κατά της λιτότητας κτλ αποτελούν μνημείο παραληρηματικής πολιτειολογίας και αριστερής κατάπτωσης – καμιά σχέση με τη λογική, την πραγματικότητα, την κοινωνική αυτοσυνείδηση και προοπτική, τις αναγκαίες υπερβάσεις. Κι ακόμα, καμιά σχέση με τον Μαρξ και τον Λένιν, για όσους στην Αριστερά αναφέρονται περισσότερο σ’ αυτούς και λιγότερο στη Χίλαρι και σία.
Φυσικά, οι πριν και οι μετέπειτα πολύμορφες τζιριτζάντζουλες –απειλές, ασάφειες, μετονομασίες, κωλυσιεργίες, εκλογικά πλυντήρια, 13οι μισθοί, σαξές στόρις κτλ– επιδεινώνουν ραγδαία την οικονομική και πολιτική θέση της χώρας ως θυσία στον βωμό της διάσωσης του πολιτικού κεφαλαίου της Αριστεράς.
Στην προσπάθεια απομείωσης αυτού του κεφαλαίου, ενέταξε ο ίδιος ο Τσίπρας τις «εμμονές της συντηρητικής Ευρώπης», έχοντας κι ένα μέρος δίκιου αφού κάθε συστημική κρίση επιβάλλει πέραν πολλών άλλων και ζωτικούς αποπαρασιτισμούς.
Στην πραγματικότητα, το πολιτικό κεφάλαιο της Αριστεράς έχει ήδη απαξιωθεί διεθνώς από χρόνια, ενώ στη χώρα δίνεται μια ιλαροτραγική μάχη οπισθοφυλακής της, με την επισφράγιση του θανάτου της να αποτελεί τη μείζονα προσφορά του ΣΥΡΙΖΑ στον τόπο.
Φυσικά, η κοινωνική δικαιοσύνη και προοπτική ως ουσιώδες στοιχείο βιοτικού προσανατολισμού και πολιτικής πράξης αλλά και ως στοιχείο του πολιτισμικού αχταρμά που συνέχει την κοινωνική πλειοψηφία από τα αριστερά έως τα δεξιά διεκδικεί την επιβίωση και πολιτική αναβάθμισή της – μια διεκδίκηση μέσα από δρόμους δόλιχους και αντιφατικούς σ’ αυτή τη ζαλισμένη απ’ τα ψεύδη, την αμάθεια και την εμπάθεια φάση.
Κι αυτό απαιτεί απαλλαγή της απ’ την ατζέντα της υπαρκτής Αριστεράς (δηλαδή της Αριστεράς), μια ατζέντα απολύτως ξένη στην πραγματικότητα και τις ανάγκες ζωτικών πολιτικοκοινωνικών εξελίξεων.
Την ατζέντα του λαϊκισμού, του μετωπισμού, της διχαστικής ψευδοταξικότητας, της αποπαίδευσης, του μικροπολιτικού καιροσκοπισμού, της δογματικής αμαθησίας και της δικαιωματικής κουτοπονηριάς, των παλινωδιών μεταξύ σταλινισμού και Σ.Δ., του οικονομισμού… και ακόμα της αντιλιτότητας, του νέου μύθου που διαδέχθηκε την εκκωφαντική διάψευση του αντιδεξιού-προοδευτικού μύθου που κατάντησε εδώ τη χώρα και που επιχειρεί τη νεκρανάστασή του.
Την απαξίωση της Αριστεράς δεν μπορούν πλέον να αναστρέψουν ούτε οι αστοχίες των μνημονίων (που δεν είναι αυτές που παπαγαλίζουν οι κεϊνσιανοί λαϊκιστές), ούτε τα αδιέξοδα της νεοφιλελεύθερης αντιπρότασης, ούτε τα ημαρτημένα των πλειοδοτών της «προοδευτικής» εποχής. Το στοίχημα αποτελεί πλέον η υπέρβασή της – εν μέρει εκ των έσω του ΣΥΡΙΖΑ – δηλ. η κοινωνικοπολιτική πόρευση μακράν των όσων έχουν προτείνει π.χ. η Χριστοδουλοπούλου ή ο Φίλης.
Και ασφαλώς αυτό απαιτεί νέες γενναίες αποφάσεις συριζαϊκής αυτοδιάψευσης, μια και η χώρα βρίσκεται σε κατάσταση κρισιμότερη απ’ αυτήν του ‘15. Πρόκειται για οριακό σημείο στα κοινωνικοοικονομικά αλλά και στα εθνικά, παρά τις απόψεις Φλαμπουράρη και Μπαλάφα και παρά τη στρατιωτική ένδυση του Καμμένου.
Δεν είναι ζήτημα εκλογών και πολιτικών ανακυκλώσεων αλλά διέξοδων και υπερβατικών συγκλίσεων. Επείγει πρώτα η έγκαιρη μεταρρυθμιστική ευθυγράμμιση ως προϋπόθεση μνημονιακών βελτιώσεων και τελικής εξόδου, αλλά και η πλήρης αποδοχή του κομματικού κόστους κάθε στρατηγικής αυταπάτης και εξαπάτησης. Η μόνη πολιτικοκοινωνική κεφαλαιοποίηση μπορεί να γίνει στο έδαφος των υπερβάσεων και πέραν της καθεστωτικής μορφολογίας και ανακύκλωσης του πολιτικού συστήματος όπως περιλαμβάνει και την Αριστερά.
Περαιτέρω η διέξοδος αφορά ισχυρούς ευρωπαϊκούς προσανατολισμούς και συναρτημένες εθνικά ζωτικές εγγυήσεις, καθώς και πολιτικές πρωτοβουλίες βαθιάς δημοκρατίας και ενωτικού-υπερβατικού κοινωνικού αναπροσανατολισμού, αναγκαίες και ως βιούμενη εγγύηση απόδοσης και εξανθρωπισμού της αναπότρεπτης λιτότητας.
Η οικονομική ανασυγκρότηση και δικαιοσύνη έχει προοπτικές αλλά και άμεσες δυνατότητες, αλλά πλέον μόνο σε πολιτικά υπερβατικό έδαφος όπου μπορούν να συνυπάρξουν η σταθερότητα και η συνέχεια, η αποτροπή πολιτικής ανευθύνης και των εναλλάξ αιτιάσεων, η απώθηση των παρασιτικών ελίτ και του δικαιωματικού παρασιτισμού, η αλληλεγγύη εν στενότητι, η κινητοποιός ελπίδα υπό αλληλόχρεες εγγυήσεις, ο γνωστικός και αποτελεσματικός επιτελικός σχεδιασμός, η προσανατολισμένη επιχειρηματικότητα και ο κοινωνικός έλεγχος.
Αυτά φυσικά ξεπερνούν τους όρους του πολύχρωμου τοπίου της εσωτερικής κατοχής, όμως κατάλληλες και τολμηρές πρωτοβουλίες μπορούν να βρουν τα αναγκαία κοινωνικά και πολιτικά στηρίγματα.
Η κοινωνία, καταθλιπτική και εξαγριωμένη μαζί, διπολικά ζαλισμένη ανάμεσα σε ηττημένες προσγειώσεις και επιθετικούς ατομισμούς, έχει άμεση ανάγκη να αναγνωρίσει τον πραγματικό εχθρό της –ιδεολογικό και πολιτικό–, να επανοριοθετήσει τις ανοχές και να επανασταθμίσει τις αντοχές της και να προσανατολιστεί στην ανορθωτική και ευχαριστιακή βιοτή που της αξίζει. Οι θέσει ταγοί και οι πνευματικές δυνάμεις της χώρας δεν έχουν πλέον την πολυτέλεια των υπεκφυγών.
