Η αναμέτρηση του μικρού με το μεγάλο, του αδύναμου με το ισχυρό και του ασθενικού με το θηριώδες, ενίοτε γράφει σελίδες αξιομνημόνευτου ηρωισμού και αυτοθυσίας στην ιστορία της ανθρωπότητας. Ενίοτε μάλιστα φέρει και αποτέλεσμα.
Η τελευταία αυτή περίπτωση είναι τόσο σπάνια, ώστε, όποτε συμβαίνει, το γεγονός θεωρείται εξαιρετικό, προϊόν θαύματος και θεϊκής ανάμιξης. Ως εκ τούτου, αξιομνημόνευτο στους αιώνες των αιώνων. Η περίπτωση του μικρού Δαβίδ που νίκησε τον θηριόμορφο Γολιάθ δίνει το μέτρο του θαύματος.
Στην πραγματικότητα, όμως, αυτές οι ανατροπές πολύ δύσκολα συμβαίνουν και οι ιστορικοί είναι ιδιαίτερα καχύποπτοι όταν βρίσκονται μπροστά σε παρόμοια περιστατικά.
Οι τελευταίοι γνωρίζουν ότι στις υποθέσεις των ανθρώπων και των κοινωνιών τους οι εκάστοτε θεοί πιστοποιούν συνήθως, με την παρουσία ή την απουσία τους, πραγματικούς συσχετισμούς και νομιμοποιούν τα εκπορευόμενα από αυτούς αποτελέσματα. Η αλλαγή του πεπρωμένου είναι τρομερά δύσκολη υπόθεση όπως όλες οι θεολογίες του κόσμου βεβαιώνουν.
Οι παραπάνω κανόνες διαψεύδονται όμως πανηγυρικά όταν η Ιστορία βρίσκεται μπροστά σε προικισμένους λαούς και προικισμένους ηγέτες. Από την πλευρά που μπορούμε να το δούμε εμείς, στη μεν πρώτη κατηγορία συγκαταλέγεται οπωσδήποτε ο ελληνικός λαός –ή μάλλον η ελληνική φυλή με τη διαχρονική και άφθαρτη στον χρόνο και τις δοκιμασίες υπόστασή της– και στη δεύτερη οι θαυματουργές ελληνικές αστικές κυβερνήσεις της εποχής της κρίσης και των μνημονίων.
Τα ιστορικά θαύματα και κατορθώματα του πρώτου είναι γνωστά, τα εορτάζουμε εξάλλου σε κάθε επετειακή ευκαιρία. Τα αντίστοιχα των δεύτερων δεν έχουν ακόμα βρει τη θέση που τους αξίζει στα βιβλία της εθνικής και της οικουμενικής Ιστορίας μόνο και μόνο επειδή είναι τόσο πρόσφατα όσο και λαμπρά σε τρόπο ώστε να χρειάζεται κάποιος χρόνος στους τρέχοντες ιστοριογράφους έτσι ώστε να συνέλθουν από το θάμπος, να εμπνευστούν στο μέγεθος των άθλων και ανάλογα να συγγράψουν.
Τα τελευταία επτά ή οκτώ χρόνια –έχουμε χάσει τον λογαριασμό– το ιστορικά ασυνήθιστο τείνει να γίνει, στη θαυματουργή χώρα μας, συνήθης πρακτική. Σε αναρίθμητες αναμετρήσεις με τις ισχυρές μητροπόλεις και τους βιβλικούς, ως προς το μέγεθος, «θεσμούς», οι εκπρόσωποι και ταγοί του έθνους πολεμούν «ως Ελληνες» και πάντοτε επιστρέφουν με τα τρόπαια της νίκης παραμάσχαλα.
Ποιος μπορεί να μετρήσει τα Eurogroups, τα Working groups, τα γεύματα εργασίας και τις «κατ’ ιδίαν» συζητήσεις όπου αναμετρήθηκε η ελληνική υπόθεση με τα συμφέροντα όλων των ισχυρών του κόσμου και –αυτό κι αν είναι θαύμα– βγήκε νικήτρια, θριαμβεύτρια, έπεισε για το δίκιο της, ανέτρεψε προγνωστικά και κακόβουλα σχέδια εχθρών του γένους.
Το ζήσαμε και πολύ πρόσφατα το αίσθημα αυτό του θριάμβου. Οι «θεσμοί» δέχτηκαν να έρθουν στην Ελλάδα για να υπαγορεύσουν το πώς θα τους πληρωθούν κάτι πρόσθετα τρία, τέσσερα ή πέντε δισ.
Η επίμονη ανατροπή της τάξης του κόσμου, όπως επιβεβαιώνεται έπειτα από κάθε «τιτανομαχία» με τους «θεσμούς» προκαλεί εύλογες υποψίες. Οι τελευταίες αναφέρονται στο σχέδιο και στους στόχους. Μήπως, λέω μήπως, έχουμε λάθος αντιληφθεί και το ένα και τους άλλους;
Υπενθυμίζω ότι το σχέδιο που εκπονήθηκε στο μικρό ευρωπαϊκό δουκάτο που κήρυξε τον πόλεμο στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής στη θαυμάσια ταινία με τον Πίτερ Σέλερς, «Το ποντίκι που βρυχάται» (1959), δεν αποσκοπούσε στη νίκη επί του σαρωτικού εχθρού. Αποσκοπούσε στο να τραβήξει την προσοχή του γίγαντα, έτσι ώστε να εντάξει τους αναχρονιστικούς και πτωχευμένους άρχοντες του δουκάτου στην οικονομική σφαίρα του αμερικανικού καπιταλισμού.
Εχω την αίσθηση ότι κάτι τέτοιο είναι και το σχέδιο που εφαρμόζουν οι ημέτερες κυβερνήσεις των αρχόντων στους καιρούς της κρίσης. Για μια εσωτερική –στη χώρα– διεργασία πρόκειται.
Χρεώνουν και εξαθλιώνουν τη χώρα, τους εργαζόμενους και τους φτωχούς έτσι ώστε να συνεχίζει η αστική τάξη να απολαμβάνει την οικονομία των ΕΣΠΑ, των προγραμμάτων, των επιδοτήσεων, των «διευκολύνσεων» σε επενδυτές, της σε ευρώ (ή σε δραχμές, το ίδιο είναι) κατανάλωσης. Σχέδιο ταξικό, υπολογισμένο, κυνικό, ανάλγητο. Πόσο όμως, μα πόσο επωφελές για μια άρχουσα τάξη με προδιαγραφές τζογαδόρου!
Η παραπάνω υποψία ενισχύεται ώς το κατώφλι της βεβαιότητας όταν εξετάσουμε τους παρονομαστές των σχεδιασμών, το τμήμα τους δηλαδή εκείνο που ασχολείται και μεριμνά για την τύχη των πολλών, των θυμάτων. Παλαιότερα ήταν το «παράλληλο πρόγραμμα», τώρα είναι τα «αντισταθμιστικά».
Και το ένα και τα άλλα προδιαθέτουν για το πραγματικό υπόστρωμα των συμφωνηθέντων: την παραπέρα εξαθλίωση εργαζόμενων και φτωχών, την ακόμα πιο βάρβαρη αρπαγή του προϊόντος του μόχθου τους ή απλά των όσων ώς τώρα έχουν αποκτήσει. Οι ωμοί νόμοι της πειρατείας βρίσκονται πάντα στα θεμέλια της καπιταλιστικής «συσσώρευσης κεφαλαίων».
Στον κινηματογράφο, στο «Ποντίκι που βρυχάται», το ατύχημα, η περιπλοκή, έγινε όταν οι τοξότες του δουκάτου επέστρεψαν νικητές από τις ΗΠΑ (ή τουλάχιστον έτσι θεώρησαν). Η δική μας περίπτωση είναι παρόμοια: στην περίπτωση που, από λάθος, γυρίσουν νικητές από τις διαπραγματεύσεις οι εκπρόσωποι της χώρας, τότε, φοβούμαστε, η αστική τάξη θα πεθάνει από άγχος και αμηχανία.
* καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας ΑΠΘ
