Η προχθεσινή συνεδρίαση της Πολιτικής Γραμματείας του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. δεν κατέληξε σε κάποια ουσιαστική σύγκλιση, αλλά ανέδειξε με τον πιο καθαρό τρόπο ένα γνώριμο πλέον μοτίβο: την παράλληλη εξέλιξη δύο πολιτικών «μονολόγων» μέσα στο ίδιο κόμμα.
Από τη μία πλευρά, ο Σ. Φάμελλος παρουσίασε μια συνεκτική, αλλά αυστηρά δική του πολιτική γραμμή. Επέμεινε ότι το πλαίσιο για την προοδευτική σύγκλιση υπάρχει ήδη, ότι η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. είναι κατατεθειμένη και ότι το βάρος πρέπει να πέσει στην πολιτική τοποθέτηση των άλλων κομμάτων. Χωρίς να το δηλώνει ευθέως, απέρριψε τη λογική ενός συγκεκριμένου οδικού χάρτη και χρονοδιαγράμματος, μετατοπίζοντας τη συζήτηση από τα «πώς» στα «ποιοι θέλουν». Από την άλλη πλευρά, μια σειρά στελεχών κινήθηκαν σε διαφορετική κατεύθυνση. Ο Π. Πολάκης και ο Τρ. Αλεξιάδης επέμειναν στην ανάγκη για συγκεκριμένα βήματα και σαφή χρονικό ορίζοντα, ζητώντας πιο απτές πρωτοβουλίες για την προοδευτική σύγκλιση.
Η εικόνα που διαμορφώθηκε ήταν αυτή δύο παράλληλων συζητήσεων που δεν συναντιούνται. Από τη μία, η ηγετική γραμμή που επενδύει στην πολιτική πίεση προς τα άλλα κόμματα και στην ανάδειξη της ήδη διατυπωμένης πρότασης· από την άλλη, στελέχη που ζητούν πιο συγκεκριμένα εργαλεία, χρονοδιαγράμματα και πρακτικά βήματα. Στο διά ταύτα, ωστόσο, όλα παραμένουν ανοιχτά. Δεν υπήρξε σαφής απόφαση για το πώς θα προχωρήσει το εγχείρημα της προοδευτικής σύγκλισης, ούτε για το αν και πότε θα υπάρξουν συγκεκριμένες πρωτοβουλίες. Η Πολιτική Γραμματεία κατέγραψε θέσεις, όχι όμως κατεύθυνση.
Κάπως έτσι, ο ΣΥΡΙΖΑ εμφανίζεται να συζητά ταυτόχρονα για την ενότητα και να δυσκολεύεται να τη συγκροτήσει στο εσωτερικό του. Και αυτό είναι ίσως το πιο κρίσιμο συμπέρασμα της συνεδρίασης. Το επόμενο τεστ μεταφέρεται πλέον στην Κεντρική Επιτροπή του Σαββάτου, όπου θα φανεί αν οι παράλληλοι αυτοί μονόλογοι μπορούν να μετατραπούν σε πραγματικό διάλογο – ή αν θα επιβεβαιωθεί για ακόμη μία φορά ότι το κόμμα παραμένει σε κατάσταση εκκρεμότητας.
