Υπάρχουν ξεκάθαροι νόμοι που προβλέπουν και την τιμωρία του κάθε Φουρνιέ, αλλά και την τιμωρία του κάθε κατόχου μιας ακριβής court seat που παρεκτρέπεται από το πρωτόκολλο το οποίο διέπει την παρουσία του σε αυτήν – βλέπε τα όσα έγιναν την Κυριακή στον αγώνα μπάσκετ Πανιώνιος – Ολυμπιακός. Αρκεί να τηρούνται –οι νόμοι– και για τους δύο.
Δεν είναι εκεί το θέμα μας. Αλλωστε, από τις 25 Ιανουαρίου του 1995, μέρα της περίφημης κλοτσιάς του Καντονά σε οπαδό της Κρίσταλ Πάλας που καθόταν στην πρώτη σειρά της εξέδρας του «Σέλχαρστ Παρκ», ξεκίνησε μια μεγάλη συζήτηση που ανέδειξε την ευθύνη των «φιλάθλων» στη βία και τα όρια της «ελευθερίας» τους.
Το θέμα ξεκινά από τη στιγμή που αρχίζουν οι περισπούδαστες αναλύσεις, οι οποίες βασίζονται κυρίως στην οπτική με βάση την οποία θέλει να εξετάσει το συμβάν ο καθένας και συνήθως αυτή (η οπτική) δεν μπορεί να είναι ποτέ αντικειμενική. Ο καθένας εκφράζει τις απόψεις του επηρεασμένος από αυτά που κουβαλάει στον δικό του επεξεργαστή και ενίοτε από την επιφανειακή προσέγγιση της τάσης να υποστηρίξουμε και να δικαιολογήσουμε τον «δικό μας». Σε κάθε επιχείρημα μπορεί να συναντήσει κανείς μια λογική.
Η λογική σταματάει από εκεί όπου ακούμε και διαβάζουμε ότι ο τάδε παίκτης, ο δείνα προπονητής πληρώνονται με τόσα εκατομμύρια και είναι υποχρεωμένοι να μην αντιδρούν. Εχουμε ακούσει επίσης το περίφημο «πίεση μπορεί να νιώθει ένας άνθρωπος που δεν έχει χρήματα να ταΐσει την οικογένειά του και όχι ένας αθλητής ή προπονητής που αμείβεται πλουσιοπάροχα». Ποιο είναι το παράλογο σε αυτό το σκεπτικό; Να πιστεύουν κάποιοι ότι το χρήμα είναι ο Θεός που μπορεί να νικήσει την ανθρώπινη φύση. Να απονευρώσει τα συναισθήματα και να μετατρέψει τους αθλητές ή τους προπονητές σε… τζουκ μποξ. Επειδή δηλαδή τους ρίχνει κάποιος ένα κέρμα, αυτοί πρέπει να παίζουν ό,τι τραγούδι θέλει εκείνος για να κάνει τα γούστα του.
