Το 2026 θα είναι πολύ ενδιαφέρουσα χρονιά από τη σκοπιά των πολιτικών γεγονότων που αναμένονται. Κατ’ αρχάς αναμένεται να εμφανιστούν νέα κόμματα: το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα, το κόμμα του Αντώνη Σαμαρά και το κόμμα της κ. Καρυστιανού. Κατά δεύτερον θα είναι μια χρονιά εξ αντικειμένου προεκλογική, καθώς όλες οι πολιτικές δυνάμεις θα εργάζονται για την προσεχή εκλογική αναμέτρηση- ανεξαρτήτως αν αυτή γίνει μέσα στο τρέχον έτος ή το 2027.
Εχει ενδιαφέρον να σημειωθεί η στόχευση των υπό ίδρυση κομμάτων. Ο Αλέξης Τσίπρας επιδιώκει να ανασυγκροτήσει τη λεγόμενη Κεντροαριστερά, δημιουργώντας έναν νέο πόλο που θα μπορεί να διεκδικήσει στα ίσα τη διακυβέρνηση του τόπου απέναντι στη Ν.Δ. του Κ. Μητσοτάκη.
Ο Αντώνης Σαμαράς -εφόσον διαβεί τον Ρουβικώνα- τη μόνη φιλοδοξία που μπορεί να έχει είναι να επαναφέρει τη Ν.Δ. στις παλιές κλασικές της ράγες και να την απαλλάξει από τη μετάλλαξη που επιχείρησε ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Να συμβάλει, δηλαδή, με την εκλογική δύναμη που μπορεί να κερδίσει, ώστε ο σημερινός πρωθυπουργός να κάνει στην άκρη είτε οικειοθελώς είτε εξαναγκαζόμενος.
Σε αντίθεση με τους προαναφερόμενους το κόμμα Καρυστιανού δεν μπορεί να είναι κάτι περισσότερο από ένα κόμμα διαμαρτυρίας που θα επιχειρήσει να εκφράσει με θετική ψήφο την αποστροφή μεγάλου μέρους του εκλογικού σώματος προς το σημερινό πολιτικό σύστημα.
Και τα τρία αυτά κόμματα, εφόσον δημιουργηθούν, θα προκαλέσουν τεκτονικές δονήσεις και αναδιατάξεις στο πολιτικό σύστημα, μια ισχυρή ανισορροπία και κινητικότητα οι οποίες θα φέρουν νέες ισορροπίες λιγότερο ή περισσότερο μεσομακροπρόθεσμες. Η αναδιάταξή αυτή φαίνεται πως είναι αναγκαία.
Η χώρα όμως χρειάζεται μια βαθιά πολιτική αλλαγή, η οποία έχει ονομαστεί και ως νέα μεταπολίτευση. Το υπάρχον πολιτικό σύστημα -και, έτσι όπως έχει διαμορφωθεί θεσμικά, το πολίτευμα- δεν την ευνοεί όσο κι αν τη χρειάζεται. Αν, όμως, δεν πραγματοποιηθεί, η κρίση θα συνεχιστεί και δεν θα αργήσει να μετατραπεί σε πανεθνική.
