Δύο εκδημίες σημάδεψαν τον περασμένο μήνα τη Θεσσαλονίκη. Με διαφορά μιας μέρας έφυγαν από τη ζωή ο ποιητής Θέμης Λιβεριάδης (20/9) και ο αρχαιολόγος Κώστας Σισμανίδης (21/9). Ο πρώτος 85 ετών, 71 ο δεύτερος. Για τη θανή εκδόθηκαν ανακοινώσεις, τα καλούμενα βιογραφικά στοιχεία που ως συνήθως ιχνογραφούν την πραγματικότητα. Αλλά η αλήθεια δραπετεύει αν πας να τη βάλεις σε καλούπια.
Με τον θάνατο του Σισμανίδη και του Λιβεριάδη πέθανε ένα μεγάλο μέρος από την ουσία της Θεσσαλονίκης των δεκαετιών από το 1980 μέχρι σήμερα. Και οι δύο σημάδεψαν την πόλη με τον τρόπο τους. Ο Λιβεριάδης –εκτός των ποιημάτων– με τη δημόσια παρουσία του στον «Ραγιά», το κάτι σαν εστιατόριο ή μπαρ, ένα απάγκιο μέχρι το 1996 για την καλλιτεχνική ζωή της πόλης. Ο Θέμης «πέθανε» μόλις ο επελαύνων εκσυγχρονισμός έκλεισε τον «Ραγιά», εξαέρωσε μια ποιότητα, αφήνοντας στην Αριστοτέλους τον σημερινό αηδιαστικό χυλό. Ο Θέμης χάθηκε κυριολεκτικά στην Αθήνα σε διαδρόμους πολιτικών γραφείων, δήθεν για να ζήσει, να φτάσει δηλαδή την απελπισία, καημό του άστεγου μπαγιάτη, στα άκρα.
Ο Σισμανίδης δεν ήταν απλώς αφοσιωμένος «Σταγειρίτης», παθιασμένος ανασκαφέας, επιστήμονας μακριά από το σταρ σίστεμ, ο φωτιστής του τάφου του Αριστοτέλη και των Καλινδοίων. Ηταν ένας απροσκύνητος αρχαιολόγος, πολεμιστής σαν κι αυτούς που ξέθαβε, επικά μόνος, πολέμησε εταιρείες χρυσού στη Χαλκιδική όταν τα πλήθη λάκιζαν. Ακούω ακόμη τα αηδόνια του Σέιχ Σου τη μέρα που μάζευε τα ατέλειωτα βιβλία του, στη μοναδική άτακτη φυγή του, να πάει στον πατρικό Αβαντα Αλεξανδρούπολης, έσχατη καταφυγή από τις πίκρες που τον είχαν ποτίσει. Ούτε δυο χρόνια δεν άντεξε ο Κώστας, τον ρήμαξε η κατάθλιψη, καθώς ένιωθε –και ήταν– πολλαπλά πισώπλατα χτυπημένος. Η Θεσσαλονίκη υποδύθηκε ότι θυμήθηκε τον Θέμη και τον Κώστα, αλλά κατά βάση ζει πια με ψέματα.
