– «Αντέχεις τη ζέστη;»
– «Δε βαριέσαι, μήπως μπορώ και να κάνω κάτι; Εσύ πώς είσαι;»
– «Εγώ, Κ., είμαι έξω, όπως κι αν είμαι, είμαι καλύτερα από σένα».
Σιωπή. Και μέσα από τη σιωπή αναδυόταν μια δικαίωση. Κάποιος καταλάβαινε ότι η ζωή στη φυλακή, όσο και να τη συνηθίζεις, είναι δύσκολη. Ξεκινάς την κουβέντα με πρόσημο αρνητικό. Πώς μπορεί να είναι κάποιος καλά πίσω από τα κάγκελα; Πώς μπορεί κάποιος να νιώσει ευχάριστα όταν βιώνει την αδικία από την ώρα που χαράζει η μέρα μέχρι τη στιγμή που κλείνει τα μάτια του το βράδυ; Οταν, περνώντας τη σιδερένια πόρτα, ο κόσμος γύρω σου σταματάει να σε αντιμετωπίζει σαν άνθρωπο. Είσαι πια κρατούμενος. Είσαι το αδίκημά σου.
Υπάρχει μια άρρωστη τέρψη του θυμικού του κόσμου όταν σκέφτεται κελιά. Ηδονίζεται στην ιδέα του βασανισμού και θεωρεί την έλλειψη βασικών παροχών ή αγαθών ως λογικό επακόλουθο του εγκλεισμού. Ζητά σκληρότερες καταδίκες και απάνθρωπες συνθήκες, παίρνοντας νοητά έναν ρόλο εξουσιαστή. Με αυτόν τον τρόπο ποτίζει τη χαμένη αυτοεκτίμησή του, πείθοντας τον εαυτό του ότι εκείνος είναι καλύτερος. Οι κακοί ας πληρώσουν.
Οι «κακοί» δεν πρέπει να έχουν τηλεόραση, να ακούν μουσική, να δροσίζονται το καλοκαίρι και να ζεσταίνονται τον χειμώνα, να έχουν πόσιμο νερό, ζεστό νερό για μπάνιο, να παίρνουν άδειες και σε καμία περίπτωση να αποφυλακίζονται αν δεν εκτίσουν το μέγιστο της ποινής τους. Και δεν πρέπει, γιατί στα μάτια των αυτόκλητων «κριτών» δεν είναι άνθρωποι.
Ο Κ. θα έπρεπε να έχει αποφυλακιστεί εδώ και καιρό και να περνάει τον φετινό καύσωνα σε μια παραλία, ξεδιψώντας, πίνοντας μια παγωμένη μπίρα. Ο Ν., που βρίσκεται –άδικα– λίγα κελιά παραπέρα, θα έπρεπε να φτιάχνει το καινούργιο του σπίτι με τη σύντροφό του κάνοντας μια νέα αρχή. Μια νέα αρχή στον κόσμο των παλιών τεράτων.
