Η αδύναμη θέση στην οποία έχει έρθει μετά τις εκλογές της 9ης Ιουνίου η αριστερή πλευρά της αντιπολίτευσης βασίζεται στη μεγάλη απόσταση που έχει από το να αντιμετωπίσει στα ίσια το «41%». Με αυτά τα ποσοστά και αυτήν την απώλεια ψήφων, ποιος να πιστέψει ότι υπάρχει κόμμα που μπορεί να αμφισβητήσει την ηγεμονία της Ν.Δ. ακόμα και τώρα που έχει υποχωρήσει κατά πολύ η εκλογική της επιρροή; Παρ’ όλα αυτά, τα κόμματα θα συνεχίσουν να υπόσχονται ότι σε ορίζοντα τριών ετών θα μπορούσαν να δομήσουν έναν άλλο τρόπο αντιπολίτευσης που να τα φέρει στην πόρτα της εξουσίας.
Ποιος είναι όμως ο τρόπος; Μέχρι στιγμής, αυτό που φαίνεται ότι προκρίνεται είναι η αλλαγή των προσώπων. Θεωρείται δεδομένο ότι υπάρχει εναλλακτικό πρόγραμμα, ότι υπάρχουν ιδέες, ότι λειτουργεί ο πολιτικός λόγος και μένει να αναφανεί το πρόσωπο εκείνο, ο ηγέτης, που «θα ρίξει τον Μητσοτάκη» ενώνοντας αν χρειαστεί και τα κομμάτια του πολυκερματισμένου τοπίου της αντιπολίτευσης.
Η πραγματικότητα πάντως μέχρι στιγμής δείχνει ότι η πλειονότητα της κοινωνίας, ακόμα κι αν ψηφίζει προς τα αριστερά, δεν κινητοποιείται, δεν στρέφεται και προς τα αριστερά. Συχνά δεν «ακούει» καν. Κάτι που θα μπορούσε να σημαίνει ότι έχει πρόβλημα ο πολιτικός λόγος και όχι τόσο αυτός που τον εκφέρει.
Το θέμα είναι τι λες και πώς το λες ώστε να δημιουργηθεί και ένας ενεργός σύνδεσμος μεταξύ της πολιτικής και του πολίτη. Σε αντίθεση δε με την κυρίαρχη άποψη περί ανάγκης συνεχούς αναζήτησης νέων προσώπων, μέχρι να πετύχεις τον πρίγκιπα που θα κάνει το γκελ και θα φέρει στην πλευρά σου το «41%», στην πράξη αποδεικνύεται ότι το κόμμα που κερδίζει τις εκλογές είναι εκείνο που υπόσχεται ή έχει υλοποιήσει ήδη μια πραγματική κοινωνική συμμαχία η οποία τροφοδοτεί και την κυβερνητική πολιτική. Την πολιτική ψάχνει ο κόσμος.
