1. «Βόηθα, Θε μου», μου ξεφεύγει μια στιγμή. «Γιατί, είναι φίλος σου;» με ρωτάει ο επτάχρονος γιος μου.
2. Υπάρχει ένα μύχιο σκοτάδι. Αρχέγονο. Από το πρώτο ώς το ύστατο βλεφάρισμα που πάντα θα φέγγει αφώτιστο. Σ’ αυτό κολυμπάω μέσα κι έξω από τις λέξεις.
3. Μια δύσκολη συζήτηση. Δυσάρεστη, πληγωτική, αδιέξοδη. Είναι προτιμότερη από τη μη συζήτηση. Την απομόνωση που αγνοεί και φαντασιοκοπεί. Τόσο σε ιδιωτικό όσο και δημόσιο επίπεδο.
4. «Μηδείς αγεωμέτρητος εισίτω» [«Οποιος δεν σκαμπάζει από Γεωμετρία να μην μπει εδώ μέσα»] έγραφε έξω από την Ακαδημία του Πλάτωνα. Πρώτον, φράση πολυεργαλείο, προς πάσα χρήση. Δεύτερον, οι τύποι είχαν καταφέρει ώστε οι απαντήσεις να προηγούνται των ερωτημάτων.
Φράση που συχνά ανατρέχω αντιστικτικά με τον αφορισμό: «Ο Θεός είναι δομή» (Ταλμούδ).
5. Το να επιλέγεις να είσαι με αυτούς που σε αποδέχονται, κι όχι μ’ αυτούς που δεν σε αποδέχονται ή παριστάνουν ότι σε αποδέχονται δεν είναι αυτονόητη συνθήκη. Δίνονται χρόνιες μάχες, σώμα με σώμα, για να συμφιλιωθείς στην πράξη να μην έλκεσαι από αυτούς που κατά βάθος σε αγνοούν. Ποτέ όμως δεν είναι αργά.
6. Τους καθοριστικούς νεκρούς, τους ριζικούς τεθνεώτες της ζωής μας τους φέρουμε μέσα μας. Δεν τους περιφέρουμε για να καρπωθούμε κάτι από τη μνήμη τους. Ούτε δημοσιοποιούμε λεπτομέρειες του κοινού μας βίου. Ετσι και αλλιώς τα ανομολόγητα που μας συνδέουν (ευχάριστα ή δυσάρεστα), που μας διαμόρφωσαν και μας διαμορφώνουν, είναι αυτά ακριβώς που μας διαφεύγουν, αυτά που αγνοούμε μ’ έναν τρόπο τρομακτικά τρυφερό.
7. Είσαι ατελής. Ολα είναι είναι ατελή. Είσαι φθαρτός. Ολα είναι φθαρτά. Από εδώ ξεκινάς. Κι αμέσως όλα γίνονται κάπως πιο ανάλαφρα.
