Οταν «στενεύουν τα περάσματα», καταφεύγει ο καθείς όπου μπορεί. Ενας ψυχολόγος θα φώτιζε την προσωπική εσωτερική περιπέτεια του καθενός μας, ωστόσο έχω την εντύπωση ότι χρειαζόμαστε άλλη μια επιστήμη για να ερμηνεύσουμε ακόμα και τα προσωπικά μας πάθη: η κοινωνιολογία (αυτή που κάνει τα παιδιά μας κομμουνιστές) βοηθάει να κατανοήσουμε την κίνηση του κόσμου, αλλά και τις δικές μας διαδρομές.
Ενα πολύ χρήσιμο εργαλείο λοιπόν είναι κι «Ο καιρός των θλιμμένων παθών. Ανισότητες και λαϊκισμός», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις Εκδόσεις Πόλις. Την ώρα που οι «μεγάλες ανισότητες» θεριεύουν κι είναι ορατές διά γυμνού οφθαλμού, ο Γάλλος κοινωνιολόγος François Dubet μας καλεί να κοιτάξουμε μέσα από το μικροσκόπιο, να δούμε βαθιά τους ανθρώπους και να κατανοήσουμε πως ως πρόσωπα βιώνουν τις «μικρές ανισότητες». Και πως όταν, ας πούμε, νιώθεις ριγμένος ή αποτυχημένος στο γραφείο σου, όταν λείπουν η αναγνώριση κι ο σεβασμός, μάλλον είναι δύσκολο να διεκδικήσεις μια καλύτερη ζωή συλλογικά.
«Στην ίδια επιχείρηση, είτε είναι δημόσια είτε ιδιωτική, η ίδια η εργασία μπορεί να διεκπεραιώνεται από μισθωτούς με διαφορετικό καθεστώς […]. Εντέλει όλοι συγκρίνονται μεταξύ τους και μπορεί να νιώθουν “προνομιούχοι” ή “υποτιμημένοι”, παρότι κάνουν την ίδια δουλειά», επισημαίνει ο Dubet.
«Στο καθεστώς των κοινωνικών τάξεων, οι ατομικές δοκιμασίες εγγράφονταν σε διακυβεύματα συλλογικά, οιονεί ανώνυμα», λέει, ενώ σήμερα οι ανισότητες βιώνονται ως προσωπικές δοκιμασίες, οι άνθρωποι χάνουν το συλλογικό αγωνιστικό «εμείς» και στρέφονται στο «εγώ» το οποίο συγκρίνουν με τον διπλανό τους. Ο κυνισμός επικρατεί, η μνησικακία θεριεύει και δημιουργείται έτσι ένα εξαιρετικό υπόστρωμα για να ανθίζει ο λαϊκισμός κάθε απόχρωσης και να συσπειρώνει «πιστούς» ο κάθε μεσσιανικής κοπής ηγέτης.
«Αν είναι ανθρώπινος ο πόνος, δεν είμαστε άνθρωποι μόνο για να πονούμε», μας θυμίζει ο Σεφέρης. Νομίζω είναι ώρα να γυρίσουμε στα λόγια του και «να λογαριάσουμε κατά πού προχωρούμε, όχι καθώς ο πόνος μας το θέλει». Να θυμηθούμε δηλαδή τι είναι εκείνο που εμπνέει ατομικά και κινητοποιεί συλλογικά, πώς μοιάζουν «τα μάτια των ανθρώπων όταν κοιτάζουν ίσια – πέρα χωρίς τον φόβο μες στην καρδιά τους».
