Κάθε τόσο σε όλους τους τομείς όπου μπορεί να εμπλακεί ο άνθρωπος, με το «μέσα του» και το «έξω του», η πιο αισιόδοξη φράση που χρησιμοποιείται ως παρακίνηση για να προχωρήσει στην επόμενη μέρα είναι το «ας κάνουμε μια καινούργια αρχή». Στην πολιτική, τα κόμματα όταν προσπαθούν τεχνηέντως να προσπεράσουν τα λάθη του πρόσφατου ή του απώτερου παρελθόντος. Στον πολιτισμό, όταν απαξιώνουν κεφάλαια που πλέον έχουν ανατραπεί. Στον αθλητισμό, όταν θέλουν να επαναφέρουν τον ενθουσιασμό μετά την πτώση, ώστε να αρχίσει η προσπάθεια αναρρίχησης. Συνήθως, λοιπόν, ύστερα από μεγάλες απογοητεύσεις.
Η πρώτη προσέγγιση είναι ότι για να σε απο-γοητεύσει κάποιος, πρώτα πρέπει να σε έχει γοητεύσει. Η δεύτερη είναι ότι πρόκειται για ένα επικοινωνιακό τέχνασμα όλων όσοι θέλουν να πείσουν εαυτούς και αλλήλους να προχωρήσουν σαν να μη συνέβη τίποτα. Είναι μια πάγια τακτική όσων δεν θέλουν να πάρουν την ευθύνη, καταπιέζοντας στο υποσυνείδητο ό,τι μπορεί να τους χρεωθεί ως «κρίσιμο λάθος». Η πανδημία μοιάζει το πιο πρόσφατο παράδειγμα για τον πλανήτη, στο οποίο αποδείχθηκε ότι κανένας δεν μπορεί να τα καταφέρει μόνος του. Οπως επίσης έγινε ξεκάθαρο ότι κανένας δεν… σώζεται αν δεν θέλει να σωθεί. Ας σκεφτούμε 8 δισεκατομμύρια ανθρώπους που ζουν στον πλανήτη Γη να πιπιλάνε την ίδια… καραμέλα: «Καλά, εγώ θα σώσω τον κόσμο;».
Κάπως έτσι λοιπόν οδηγούμαστε στη δυναμική μιας έννοιας που αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της ελευθερίας: η έννοια αυτή είναι η «επιλογή». Ο καθένας καλείται, από τότε που αρχίζει να καταλαβαίνει τον κόσμο, να πορεύεται με μια αλυσίδα επιλογών που έχει τη δυνατότητα να κάνει για να αντιμετωπίσει αυτό που του συμβαίνει. Αρκεί το μοναδικό του κριτήριο να είναι το προσωπικό του συμφέρον εις βάρος του συλλογικού. Γιατί αυτή δεν είναι «επιλογή», αλλά… σαμποτάζ, το οποίο κάποια στιγμή θα κληθεί να πληρώσει. Και τότε θα αρχίσει να ψάχνει τον τρόπο να κάνει «μια καινούργια αρχή».
